Απαλλαγή εγγυητή δανείου και ακύρωση της εγγύησης

Απαλλαγή εγγυητή δανείου και ακύρωση της εγγύησης

Το ενημερωτικό άρθρο “Απαλλαγή εγγυητή δανείου και ακύρωση της εγγύησης” , γράφει ο Μιχαήλ Ζηδιανάκης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης με εξειδίκευση στο Τραπεζικό Δίκαιο.

Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο όπου οι Τράπεζες προκειμένου να χορηγήσουν ένα στεγαστικό ή καταναλωτικό δάνειο, απαιτούσαν από τον δανειολήπτη εξασφαλίσεις όπως εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε κάποιο περιουσιακό του στοιχείο και παροχή εγγύησης από κάποιον τρίτο.

Οι δανειολήπτες προκειμένου να εγκριθεί το δάνειο τους ζητούσαν από άτομα του στενού φιλικού τους περιβάλλοντος ή συγγενείς να εγγυηθούν για αυτούς. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές, οι Τράπεζες δεν έλεγχαν τη φερεγγυότητα του εγγυητή και αρκούνταν απλώς στην υπογραφή του στη σύμβαση.

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης άλλαξε όμως τα οικονομικά τους δεδομένα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στην πληρωμή των δόσεων τους οι πρωτοφειλέτες και οι Τράπεζες να αναζητούν τα οφειλόμενα από τους εγγυητές, οι οποίοι βρέθηκαν να οφείλουν ποσά για δάνεια που δεν έλαβαν οι ίδιοι.

Η σύμβαση εγγύησης ωστόσο μπορεί να ακυρωθεί αν ακολουθηθεί η διαδικασία της δικαστικής οδού και να απαλλαγεί ο εγγυητής από την ευθύνη του, για διάφορους νομικούς λόγους όπως ενδεικτικά αναφέρονται παρακάτω.

Εύλογα δεν μπορούν να ακυρωθούν όλες οι εγγυήσεις και να απελευθερωθούν όλοι ανεξαιρέτως οι εγγυητές. Ωστόσο, ένας δικηγόρος για εγγυητές δανείων που ασχολείται με το Τραπεζικό Δίκαιο μπορεί να κρίνει βάσει της κάθε υπόθεσης αν συμφέρει ο εγγυητής να διεκδικήσει την απαλλαγή του δικαστικά και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Συνηθισμένοι λόγοι απαλλαγής ευθύνης εγγυητή:

Α. Ακύρωση εγγύησης και απεμπλοκή εγγυητή λόγω πταίσματος και καταχρηστικής συμπεριφοράς της Τράπεζας

Σύμφωνα με το άρθρο 862 ΑΚ: «Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη». Ως πταίσμα της Τράπεζας μπορεί να θεωρηθεί η αδιαφορία και αδράνεια εκ μέρους της λήψης μέτρων ενάντια του πρωτοφειλέτη με αποτέλεσμα την χειροτέρευση της θέσης του εγγυητή. Σε αυτή την περίπτωση ο εγγυητής μπορεί να πετύχει δικαστικά την απαλλαγή του.

Ειδικότερα, αυτή η περίπτωση συντρέχει όταν η Τράπεζα, είτε γνωρίζει είτε αγνοεί από ελαφρά ή βαριά αμέλεια την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του πρωτοφείλετη και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οφειλές του και αδρανεί για σημαντικό χρονικό διάστημα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της, βασιζόμενη αποκλειστικά στον τιθέμενο εγγυητή.

Ως κατάλληλα μέτρα νοούνται όλες εκείνες οι δικαστικές ή και εξώδικες ενέργειες, οι οποίες κατά περίπτωση θα ήταν ικανές να εξασφαλίσουν τον δανειστή απέναντι στον πρωτοφειλέτη όπως π.χ. η εγγραφή εμπράγματων βαρών εις βάρος του. Η αμέλεια, ωστόσο, αυτή της Τράπεζας οδηγεί στην περαιτέρω υπερχρέωση του πρωτοφειλέτη και ακολούθως του εγγυητή.

Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 288 ΑΚ, ο δανειστής έχει υποχρέωση ενημέρωσης του εγγυητή σχετικά με την πορεία της οικονομικής κατάστασης του πρωτοφειλέτη ενώ οφείλει να ενεργεί πάντοτε καλόπιστα απέναντι στον εγγυητή, αποφεύγοντας ενέργειες και παραλείψεις οι οποίες καθιστούν ατελέσφορη την άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος του τελευταίου κατά του πρωτοφειλέτη.

Έτσι πταίσμα του δανειστή (Τράπεζας) μπορεί να θεωρηθεί η μακρά αδράνεια του προς είσπραξη της απαίτησής του ή όταν παρέχει στον πρωτοφειλέτη συνεχείς πιστώσεις, χωρίς να ελέγξει εάν επαρκεί το ενεργητικό της περιουσίας του για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ή την πιστοληπτική του ικανότητα.
Τέλος, λόγω της φύσης της ευθύνης από εγγύηση, ο εγγυητής δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται από τον δανειστή ως κύριος οφειλέτης.

Η Τράπεζα δεν θα πρέπει να βασίζει την εξασφάλιση της απαίτησης της στον εγγυητή, ο οποίος μπορεί να είναι φερέγγυος και να αδιαφορεί για την κύρια απαίτηση της έναντι του πρωτοφειλέτη, εκτιμώντας ότι θα επωμιστεί το βάρος ο εγγυητής.

Παρατίθεται απόσπασμα της υπ΄αριθμ. 222/2016 απόφασης του Εφετείου Θράκης σύμφωνα με την οποία Κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται αν, από πταίσμα του δανειστή, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση του από τον οφειλέτη. Παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα αυτό δεν είναι έγκυρη αν ο δανειστής βαρύνεται με δόλο ή βαριά αμέλεια.

«……Με την διάταξη αυτή, τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητού, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστού κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται, από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από τού κατ’ άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρος της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστού θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαρεία αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι κατά την διάταξη του άρθρου 332 εδ. 1 ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαρεία αμέλεια (Ολ. ΑΠ 6/2000).

Πταίσμα του δανειστού περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστού (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867- 868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτου ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτου ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητού, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν.

Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστού οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 419/2013, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 377/2011, ΑΠ 2205/2009, ΑΠ 1568/2009 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 512/2008, ΝοΒ 2008/ 2368).

Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών, εκτός των άλλων, παραπονείται και για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση ως ουσία αβασίμων του τρίτου λόγου και του συμπληρωματικού αυτού ογδόου προσθέτου λόγου της ανακοπής, διά των οποίων πρόβαλε την ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση υπέρ του πιστούχου πρωτοφειλέτη, ισχυρισθείς ειδικότερα ότι η καθής διά των αρμοδίων υπαλλήλων της από πταίσμα της, που καλύπτει την ελαφρά και την βαρεία αμέλεια αλλά και το δόλο.

Παρέλειψε να εισπράξει την απαίτησή της ήδη από το Σεπτέμβριο του έτους 2009, όταν ο πιστούχος καθυστερούσε την αποπληρωμή της οφειλής του από τη σύμβαση και ήταν ήδη κατάχρεος, επισπεύδοντας σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του προσημειουμένου Κ2 καταστήματος, που τότε άξιζε περί τις 265.000,00 ευρώ και υπερκάλυπτε τη χρηματική απαίτηση της καθής, καθώς και με την αναγκαστική εκποίηση άλλων ακινήτων του, αντ’ αυτού δε επέλεξε να προβεί σε τροποποίηση όρων της σύμβασης ως προς την προθεσμία καταβολής των δόσεων και των συνεπειών της καθυστέρησης καταβολής, εν αγνοία αυτού ως εγγυητού και εν τέλει ο πρωτοφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος.

Εν συνεχεία προέβη σε νέα καταβολή την 25-11-2009 και ακολούθως την 31-12-2009. Κατά την ίδια χρονική περίοδο του έτους 2009 ο πιστούχος έπρεπε να εξυπηρετεί και την υπ’ αριθ. ………./05-07-2005 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 200.000,00 ευρώ που είχε συνάψει ομοίως με την καθής, ενώ ήταν συνυπόχρεος στην καταβολή δανείου ποσού 140.000,00 ευρώ, που είχε χορηγηθεί από την καθής με την υπ’ αριθ. …………./11-11-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου και στην καταβολή δανείου ποσού 100.000,00 ευρώ, που είχε χορηγηθεί από την καθής με την υπ’ αριθ. …………/17-02-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου.

Επίσης όπως προκύπτει από το φύλλο ακίνητης περιουσίας του πιστούχου, που μετ` επικλήσεως προσκομίζει η καθής, κατά την ίδια χρονική περίοδο, ο πρωτοφειλέτης ήταν επιβαρυμένος με την αποπληρωμή οφειλών προς την τότε ………… Τράπεζα, αφού η τελευταία είχε εγγράψει την 25-02-2004 προσημείωση ποσού 114.000,00 ευρώ επί ακινήτου ιδιοκτησίας του με αριθμό ΚΑΕΚ ., η οποία μάλιστα την 19-03-2013 τράπηκε σε υποθήκη, προφανώς λόγω μη εξόφλησης της οφειλής και την 17-04-2006 είχε ομοίως εγγράψει προσημείωση ποσού 180.000,00 ευρώ επί ετέ¬ρου ακινήτου ιδιοκτησίας του με αριθμό ΚΑΕΚ …, η οποία μάλιστα την 19-07-2013 τράπηκε σε υποθήκη για το ποσό των 30.326,04 ευρώ, προφανώς λόγω μη εξόφλησης της οφειλής.

Ο ανακόπτων κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009 ενημερώθηκε από αρμόδιο υπάλληλο της καθής ότι ο πρωτοφειλέτης εμφανίζει καθυστέρηση στην αποπληρωμή της οφειλής του προς την καθής, προερχομένης από την ένδικη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού και γνωρίζοντας την κακή οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη αδερφού του, αφού ο ίδιος κατέβαλε και για λογαριασμό του τις δόσεις των δύο στεγαστικών δανείων, για την αποπληρωμή των οποίων ήταν συνυπόχρεος, υπέδειξε, αξιοποιώντας και την εμπειρία του ως νομικού παραστάτη της καθής, την δι` αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ήδη προσημειωθέντος Κ2 καταστήματος είσπραξη της χρηματικής απαίτησης της καθής, σε περίπτωση δε μη ολοσχερούς ικανοποίησης και την αναγκαστική εκποίηση άλλων ακινήτων του πρωτοφειλέτη.

Το εν λόγω ακίνητο , επί του οποίου είχε ήδη εγγράφει την 7η-02-2006 συναινετική προσημείωση υποθήκης για ποσό 222.000,00 ευρώ υπέρ της καθής και αυτό, εν τω μεταξύ, δυνάμει του νομίμως καταχωρηθέντος στα κτηματολογικά φύλλα του ακινήτου υπ’ αριθ. ………../26-01-2007 συμβολαίου δωρεάς του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………, είχε ήδη περιέλθει κατά 100% στην αποκλειστική κυριότητα του πρωτοφειλέτη, βρίσκεται σε πολυώροφη οικοδομή επί της οδού ……… αριθ. …… στην πόλη της Κομοτηνής, έχει εμβαδόν μικτό 133,74 τμ και καθαρό 122,39 τμ και φέρει ως παρακολουθήματά του δύο θέσεις στάθμευσης οχημάτων, εμβαδού εκάστης 11,25 τ.μ.

Η αντικειμενική αξία του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο της αιτία δωρεάς μεταβίβασης του ποσοστού συγκυριότητας του ανακόπτοντος προς τον πρωτοφειλέτη αδερφό του ανερχόταν στο ποσό των 74.825,42 ευρώ, ως τούτο υπολογίζεται ανάλογα με την καθορισθείσα αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας, ενώ η εμπορική του αξία, κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, αλλά και κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2009, με βάση τα κρατούντα τότε στην κτηματομεσιτική αγορά, λαμβανομένου υπόψη της κατά προορισμό χρήσης του ακινήτου ως επαγγελματικής στέγης, της παλαιότητας αυτού, της επιφάνειας του μετά των παρακολουθημάτων του, ως και του αγοραστικού ενδιαφέροντος, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 220.000,00 ευρώ.

Λαμβανομένου υπόψη προς τούτο ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πριν την απομείωση της αξίας των ακινήτων, συνεπεία της οικονομικής κρίσης που έπληξε ιδιαίτερα την αγορά ακινήτων, η εμπορική αξία των ακινήτων και δη των προοριζομένων για εμπορική χρήση υπερτερούσε κατά πολύ της αντικειμενικής τους αξίας, τούτο δε εναργώς προκύπτει για το εν λόγω ακίνητο αν ληφθεί υπόψη η μισθωτική ωφέλεια ποσού 900,00 ευρώ που απέφερε κατά μήνα, λόγω της εκμισθώσεώς του προκειμένου να εξυπηρετεί επιχείρηση σούπερ μάρκετ.

Η καθής η ανακοπή, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, αν και γνώριζε την υφιστάμενη από την άλλη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού οφειλή του πρωτοφειλέτη προς αυτήν, καθώς και τις οφειλές από τα στεγαστικά δάνεια, που βέβαια εξυπηρετούνταν από καταβολές των δόσεων εκ μέρους του συνυποχρέου ανακόπτοντος (βλ. σχ. τους προσκομιζομένους τραπεζικούς λογαριασμούς του ανακόπτοντος), έχοντας ήδη πριν από τον Σεπτέμβριο του έτους διαπιστώσει την παραβίαση εκ μέρους του πρωτοφειλέτη των όρων της ένδικης σύμβασης ως προς τις απαιτούμενες μηνιαίες καταβολές, αφού, ως προεκτέθηκε, μετά την κατά την 17η-10-2008 γενομένη καταβολή. 

Ο πρωτοφειλέτης προέβη σε νέα πληρωμή δόσης μετά παρέλευση ενός περίπου έτους ήτοι την 4η-09-2009, ως την καθυστέρηση αποπληρωμής άλλωστε επισημαίνει και η καθής διά των προτάσεων που κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στις οποίες επί λέξει αναφέρει ότι «ο λογαριασμός ομαλοποιήθηκε σε δύο δόσεις την 30η-11-2009 και την 30η-12-2009.

Παρεκκλίνοντας σοβαρά από το κατ` αντικειμενική κρίση μέτρο επιμέλειας που χαρακτηρίζει τις τραπεζικές συναλλαγές, δεν προχώρησε, κάνοντας χρήση των προαναφερθέντων και παραβιασθέντων συμβατικών όρκον, στο κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού και στην διά της αναγκαστικής εκποιήσεως του Κ2 ακινήτου ικανοποίηση της χρηματικής εκ του καταλοίπου του λογαριασμού απαίτησής της, που τότε υπερκαλύπτονταν από την εμπορική αξία του εν λόγω ακινήτου, το οποίο δεν ήταν βεβαρημένο με άλλα εμπράγματα βάρη, πλην της υπέρ της καθής προσημείωσης και αν παρίστατο ανάγκη, λόγω μη ολοσχερούς ικανοποίησης της απαίτησης καθής και με αναγκαστική εκποίηση άλλου ανήκοντος κατά κυριότητα στον πρωτοφειλέτη ακινήτου, όπως του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του Κ4

Αντ` αυτού η καθής, ενόψει της κατα¬βολής από τον πιστούχο των μηνιαίων δόσεων Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου έτους 2009, σημειουμένου ότι μετά την γενομένη κατόπιν υπερημερίας του πρωτοφειλέτη περίπου ενός έτους καταβολή μηνός Σεπτεμβρίου 2009, παραλείφθηκε εκ νέου από τον πιστούχο η καταβολή της μηνιαίας δόσης Οκτωβρίου 2009, επέλεξε να προχωρήσει στην τροποποίηση της αρχικής σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού και συνυπέγραψε μόνον με τον πρωτοφειλέτη, εν αγνοία του εγγυητού, κάνοντας προς τούτο χρήση του υπό στοιχείο 19.3 συμβατικού όρου, την υπ` αριθ. …./1/30-12-2009 πρόσθετη πράξη – τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, διά της οποίας, πέραν της αλλαγής του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου, που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, τροποποιήθηκαν οι συμβατικοί όροι 4 και 4.1 της αρχικής σύμβασης.

Και ο συμβατικός αρχικός όρος 5.2 και πλέον η τράπεζα στην περίπτωση καθυστέρησης καταβολής τριών (3) ελάχιστων τριμηνιαίων καταβολών εν όλω ή εν μέρει δικαιούτο είτε να επιδιώξει την είσπραξη της καθυστερημένης ή των καθυστερημένων ελάχιστων μηνιαίων καταβολών με τους οφειλόμενους τόκους και έξοδα, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση και να κλείσει τον τηρούμενο ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό.

Με τις ως άνω τροποποιήσεις των όρων της αρχικής σύμβασης, ναι μεν παρασχέθηκε η ευχέρεια στον πελάτη της τράπεζας- πρωτοφειλέτη να καταβάλει τις δόσεις όχι εντός μηνός αλλά πλέον εντός τριμήνου και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης προβλέφθηκε, εκτός των άλλων, για την περίπτωση καθυστέρησης καταβολής τριών (3) ελάχιστων τριμηνιαίων καταβολών, αντί του αρχικά συμφωνηθέντος τριών ελάχιστων μηνιαίων καταβολών, πλην όμως η ως άνω ευχέρεια παρασχέθηκε εν γνώσει της καθής ότι αυτός (πιστούχος) ήταν για ικανό χρονικό διάστημα ασυνεπής ως προς τις εκ της αρχικής συμβάσεως υποχρεώσεις του και ότι η επιδειχθείσα απ` αυτόν αντισυμβατική συμπεριφορά της παρείχε δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης κατά τήρηση των συμφωνηθέντων.

Επιπλέον, με την επιλογή της καθής να συνεχίσει τη λειτουργία της σύμβασης, υπό άλλους ευνοϊκότερους για τον πιστούχο όρους, παρά την επιδειχθείσα ασυνέπειά του ως προς την τήρηση των συμβατικών του υποχρεώσεων, η οφειλή επιβαρύνθηκε με επιπλέον τόκους, ενώ ο πιστούχος, κατ’ επιβεβαίωση της ήδη επιδειχθείσας απ’ αυτόν συμβατικής ασυνέπειάς του, κατά τη διάρκεια του έτους 2010 προέβη σε τμηματικές (τριμηνιαίες πλέον) καταβολές,  εν τέλει δε καθόλη τη διάρκεια του έτους 2011 δεν προέβη σε καμία καταβολή, με αποτέλεσμα την 11η-01-2012 να αναγκασθεί η καθής να κλείσει οριστικά το λογαριασμό, που εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 194.770,33 ευρώ και να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης.

Ακολούθως δε η καθής προέβη στην έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, διά της οποίας υποχρεώθηκαν ο πρωτοφειλέτης και ο ανακόπτων να της καταβάλουν εις ολόκληρον ποσό κατά κεφάλαιο 194.770,33 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής ο πρωτοφειλέτης ήταν κύριος, εκτός του ως άνω Κ2 καταστήματος, του οποίου όμως πλέον η εμπορική αξία είχε απομειωθεί κατά το ήμισυ, λόγω της επελθούσας εν τω μεταξύ, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, κατακόρυφης πτώσης της αγοραίας αξίας των ακινήτων, και άλλων ακινήτων, τα οποία όμως, εκτός της απομειωμένης, συνεπεία των ανωτέρω, αξίας τους, πλέον είναι βεβαρημένα με εμπράγματες υπέρ τρίτων ασφάλειες, υπερκαλύπτουσες, κατά το ποσό των απαιτήσεων για τις οποίες ενεγράφησαν, την αγοραία αξία τους, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, να μην εξασφαλίζεται επαρκώς η ικανοποίηση της χρηματικής εκ του καταλοίπου απαίτησης της καθής.

Η ως άνω επιλογή της καθής διά των αρμοδίων υπαλλήλων της να μην προβεί, κατ’ ενάσκηση συμβατικού της δικαιώματος, ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 σε κλείσιμο του αλληλοχρέου λογαριασμού και σε επιδίωξη της ικανοποίησης της εκ του καταλοίπου αυτού απαίτησής της με την αναγκαστική εκποίηση του ήδη φέροντος εμπράγματο βάρος μόνον υπέρ αυτής Κ2 ακινήτου, 

Κατά τον χρόνο εκείνο λόγω της εμπορικής αξίας του και του αγοραστικού ενδιαφέροντος ήταν δυνατό να καλύψει την απαίτησή της, καθώς και ετέρου ακινήτου ανήκοντος, κατά τα προεκτεθέντα, στην περιουσία του ανακόπτοντος, σε περίπτωση μη ολοσχερούς ικανοποίησης της απαίτησής της, εμφανίζεται μεν αφηρημένα ως δικαιολογημένη, λόγω της υποχρέωσης πίστης και προστασίας από την πλευρά της τράπεζας των συμφερόντων του πελάτη της πιστούχου, ώστε να αποφευχθούν υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτόν συνέπειες.

Όμως με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες που συνέτρεχαν ως προς το αξιόχρεο του εν λόγω πιστούχου, που βαρυνόταν με την αποπληρωμή άλλων τριών πιστώσεων που είχε λάβει από την καθής, , της και κατά τον χρόνο εκείνο βεβαρημένης λοιπής, πλην των ανωτέρω, ακίνητης περιουσίας του, γεγονός που γνώριζε η καθής, αφού κατά το άνοιγμα του αλληλοχρέου λογαριασμού αναζήτησε την εγγραφή εμπραγμάτου βάρους σε ακίνητο ανήκον τότε κατά ποσοστό συγκυριότητας 2/3 εξ αδιαιρέτου στον ανακόπτοντα εγγυητή

 Ως εκ τούτου δεν ήταν βεβαρυμμένο, αλλά και ενόψει της πολύμηνης καθυστέρησης καταβολής των μηνιαίων τότε δόσεων εξυπηρέτησης της πίστωσης του ενδίκου αλληλοχρέου λογαριασμού, η ως άνω συμπεριφορά της καθής, που αδράνησε υπέρμετρα, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της.

Κατά τα προεκτεθέντα, και αντ’ αυτού επέλεξε, εν αγνοία του ανακόπτοντος εγγυητού, την μετέπειτα τροποποίηση των όρων της σύμβασης ως προς την προθεσμία καταβολής των δόσεων και το δικαίωμα καταγγελίας της λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων, εμφανίζει απόκλιση σημαντική και ασυνήθη από το μέτρο της συμπεριφοράς υπό όμοιες περιστάσεις του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου κατά τις συναλλαγές. 

Εν τέλει έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα του ανακόπτοντος εγγυητού και ως εκ τούτων επέδειξε βαρεία αμέλεια, αρκούσης για τη συγκρότηση του επικαλούμενου από τον ανακόπτοντα πταίσματος της καθής για το αδύνατο της ικανοποίησης της ένδικης απαίτησής της κατά του πρωτοφειλέτη.

Κατόπιν των ανωτέρω, συντρέχει περίπτωση ελευθέρωσης του ανακόπτοντος από τη σύμβαση εγγύησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, κατά παραδοχή ως ουσία βάσιμου της εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένστασης που πρότεινε ο ανακόπτων διά του τρίτου λόγου και του συμπληρωματικού αυτού ογδόου προσθέτου λόγου της ανακοπής…” 

Επίσης,  παρατίθεται απόσπασμα της υπ΄αριθμ. 1886/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία η ελευθέρωση του εγγυητή δεν αποκλείεται, από ενδεχομένη παραίτηση αυτού εκ των προτέρων από το δικαίωμα διζήσεως, εάν από δόλο ή ελαφρά έστω αμέλεια του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.  Αφορά Κατάρτιση σύμβασης πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και απελευθέρωση εγγυητή από επιχειρηματικό δάνειο

«……Εξάλλου, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν μεταξύ άλλων:
ότι ύστερα από το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού, σε περίπτωση μη
πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου, αυτό θα χρεώνεται αυτοδικαίως στο λογαριασμό της
πίστωσης και θα ανατοκίζεται ανά τρίμηνο,

γ) ότι το επιτόκιο θα ανέρχεται σε 16,75%, δ) ότι η
δανείστρια Τράπεζα έχει πάντοτε το απόλυτο δικαίωμα να καταγγέλλει τη σύμβαση και να κλείνει
κατά την κρίση της και οποιαδήποτε χρονική στιγμή την πίστωση αυτή, ειδοποιώντας σχετικά τον
πιστούχο για το κλείσιμο του λογαριασμού και για το προκύπτον σε βάρος του κατάλοιπο και ότι
στην περίπτωση αυτή, το υπόλοιπο του λογαριασμού της πίστωσης από κεφάλαιο τόκους,
ανατοκισμούς, προμήθειες και κάθε έξοδο, θα γίνεται απαιτητό από την ημέρα της ειδοποίησης με
το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Συμφωνήθηκε ακόμη, ότι οι οφειλέτες (πιστούχος και εγγυητής) αναγνωρίζουν ότι τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της Τράπεζας, θα αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της δανείστριας κατ` αυτών και ότι δεν θα έχουν δικαίωμα αμφισβητήσεως αυτών.

Ο ανακόπτων, δήλωσε, επίσης, ρητά, ότι εγγυάται την πλήρη και εμπρόθεσμη εξόφληση
κάθε χρεωστικού υπολοίπου που θα προκύψει από την εν λόγω σύμβαση πίστωσης και την
πρόσθετη πράξη αυτής, ευθυνόμενος εις ολόκληρον με τον πρωτοφειλέτη πιστούχο καθώς και ότι
παραιτείται από το δικαίωμα δίζησης και τα σχετικά δικαιώματα -ενστάσεις των άρθ. 862 επ. Α.Κ.”.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, λόγω μη εξυπηρετήσεως της πιστώσεως από τον πρωτοφειλέτη
και τον εγγυητή, η πιστώτρια κατήγγειλε τη σύμβαση και έκλεισε τον σχετικό λογαριασμό, ο
οποίος ενεφάνισε χρεωστικό κατάλοιπο 44.896 ευρώ. 

Με εξώδικη δε δήλωση-πρόσκληση προς τον πιστούχο και τον εγγυητή γνωστοποίησε το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο αυτού, το οποίο αυτοί δεν κατέβαλαν και έτσι, μετά από αίτησής της εξεδόθη, με βάση τις ως άνω έγγραφες συμβάσεις και τις σχετικές εγγραφές στα βιβλία της, η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν το ανωτέρω ποσό του καταλοίπου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση, τους
επανεισαχθέντες ενώπιον του με λόγους εφέσεως λόγους ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής
του ήδη αναιρεσείοντος ότι:

α) η με τη σύμβαση εγγυήσεως παραίτηση του ανακόπτοντος
εγγυητού από την ένσταση της διζήσεως είναι καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.6 του
ν.2251/94,

β) είναι άκυρος, για τον αυτό λόγο, ο όρος της ιδίας συμβάσεως ότι το κατάλοιπο του
λογαριασμού θα αποδεικνύεται από απόσπασμα των βιβλίων της πιστώτριας, γ)είναι επίσης άκυρος,
για τον ίδιο λόγο, ο όρος της συμβάσεως για ανατοκισμό ανά τρίμηνο του οφειλομένου ποσού των
τόκων και

δ) είναι άκυρος ο όρος με τον οποίο συμφωνήθηκε επιτόκιο ανατοκισμού 16,75%, διότι
ο ανακόπτων δεν ενημερώθηκε ως προς το ύψος αυτό του επιτοκίου ανατοκισμού, δεχόμενο ότι
ο ανακόπτων εγγυητής, κατά την σύναψη της συμβάσεως εγγυήσεως ενημερώθηκε και έλαβε
πλήρη γνώση του περιεχομένου και των όρων αυτής, τους οποίους και απεδέχθη, είναι δε σαφείς οι
όροι αυτοί της συμβάσεως, και μάλιστα εκείνος που επιτρέπει τον ανατοκισμό των οφειλομένων
τόκων ανά τρίμηνο και με το άνω συνομολογηθέν επιτόκιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ.6 και 7 του ν.2251/94 , διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, και,
επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος , τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους
προσάπτονται αντιστοίχως στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 19 και
1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες ως προς την απόρριψη των ως άνω λόγων ανακοπής τυγχάνουν αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που
απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της
εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν
αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, ως “ζητήματα” των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό
στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή
ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε
είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα,
που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής
και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 614/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η
ικανοποίηση του από τον οφειλέτη. Με την διάταξη αυτή, τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως
του εγγυητού, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστού κατέστη
αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν
αποκλείεται, από ενδεχομένη παραίτηση του εκ των προτέρων από του κατ` άρθρο,855 Α.Κ.
δικαιώματος διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρος της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστού θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαρεία αμέλεια του τελευταίου, δοθέντος ότι κατά την διάταξη του άρθρου 332 εδ.1 Α.Κ. είναι άκυρη (Α.Κ. 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία
αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαρεία αμέλεια ( Ολ.Α.Π. 6/2000).

Πταίσμα του δανειστού περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με
παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστού (και) όταν
αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και
αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των
άρθρων 867-868 Α.Κ.)

Αν υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν
αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτου ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής
εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτου ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του
εγγυητού, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να
διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής,
παρέλειψε να προβεί σ` αυτόν.

Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστού οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του.

Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο
δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή
εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα
γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά. (Α.Π.419/2013, 48/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εν συνεχεία των προεκτεθέντων, δέχθηκε με την
προσβαλλομένη απόφασή του και τα εξής : ” Αποδείχθηκε επίσης , ότι κατά τον χρόνο της κατάρτισης των παραπάνω συμβάσεων, ο πιστούχος-πρωτοφειλέτης ήταν φερέγγυος και ότι ο ενλόγω λογαριασμός ο οποίος εξασφαλίστηκε με την ενεχυρίαση των επιταγών της πελατείας του πιστούχου, εκινείτο ομαλά.

Κατά το τέλος Δεκεμβρίου του 2001, άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικές δυσχέρειες του πιστούχου, καθόσον 8 τραπεζικές επιταγές έκδοσής του δεν πληρώθηκαν κατά τη νόμιμη εμφάνισή τους στις πληρώτριες τράπεζες, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων…Τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 2002, ένας μεγάλος αριθμός τραπεζικών επιταγών έκδοσης του ίδιου δεν πληρώθηκε κατά τη νόμιμη εμφάνισή τους στις πληρώτριες τράπεζες, για τον ίδιο λόγο, με αποτέλεσμα να εκδοθούν επίσης διαταγές πληρωμής.

Δεδομένου ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι περισσότερες τραπεζικές επιταγές που ενεχυριάστηκαν για την εξασφάλιση της πίστωσης, πληρώθηκαν κατά την εμφάνιση τους (ορισμένες έστω και
μεταγενέστερα), ο τελευταίος (πιστούχος) συνέχισε να κάνει χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης
μέχρι τις 15-7-02, οπότε η δανείστρια Τράπεζα κατήγγειλε και έκλεισε τον εν λόγω λογαριασμό, με
χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος του το ποσό των 44.896 €.

Κατόπιν αυτού, με την από 16-7-02 εξώδικη δήλωση-καταγγελία-πρόσκληση, η δανείστρια Τράπεζα γνωστοποίησε στον πιστούχο και τον εγγυητή την καταγγελία της σύμβασης, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο αυτού, καλώντας τους ταυτόχρονα να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.

Το παραπάνω ποσό έγινε αμέσως απαιτητό και οι τελευταίοι κατέστησαν υπερήμεροι χωρίς άλλη όχληση και με βάση τα επικυρωμένα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθής και εκδόθηκε η… επίδικη διαταγή
πληρωμής.

Ο εκκαλών-ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κατά την εκτίμηση των
αποδείξεων και απέρριψε τον λόγο της ανακοπής του περί ελευθερώσεώς του ως εγγυητή κατ`
αρθρ. 862 Α.Κ., λόγω πταίσματος της δανείστριας Τράπεζας, η οποία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα
για την ικανοποίηση της απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη και συγκεκριμένα ότι αμέλησε επί
μακρόν να επιδιώξει την είσπραξη της απαίτησης της, με αποτέλεσμα να επέλθει αδυναμία του
πρωτοφειλέτη να καταβάλει την οφειλή του.

Ο σχετικός ισχυρισμός όμως ο οποίος είναι νόμιμος στηριζόμενος στο αρθρ. 862 Α.Κ., δεν είναι βάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος αφού δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια της Πιστούχου Τράπεζας, διότι κατά τον χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, ο πιστούχος-πρωτοφειλέτης ήταν φερέγγυος και ο λογαριασμός, ο οποίος
εξασφαλίστηκε με την ενεχυρίαση επιταγών πελατείας του πιστούχου, εκινείτο ομαλά, ανεξάρτητα
αν στην πορεία (από Δεκέμβριο 2001 μέχρι και Απρίλιο 2002), μεγάλος αριθμός τραπεζικών
επιταγών, έκδοσης του ίδιου, δεν πληρώθηκαν κατά τη νόμιμη εμφάνισή τους στις πληρώτριες
Τράπεζες, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Αλλωστε, η Τράπεζα εν τέλει, λόγω του ότι ο πρωτοφειλέτης συνέχισε να κάνει χρήση της χορηγηθείσας πίστωσης, παρά τις καταβολές που εγένοντο εκ μέρος του, στις 15-7-02 κατήγγειλε και έκλεισε τον λογαριασμό…” Έτσι κρίνοντας Εφετείο ως προς την απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, εστέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως εξ αιτίας ανεπαρκών και ενδοιαστικών αιτιολογιών, ως
προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου
διατάξεως του άρθρου 862 Α.Κ., και τούτο

α) διότι, χωρίς να δέχεται ότι ο ανακόπτων εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση ελευθερώσεως, για την περίπτωση αδυναμίας ικανοποιήσεως της πιστώτριας από τον πρωτοφειλέτη, λόγω ελαφράς αμελείας αυτής, απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής, χωρίς να αιτιολογεί αν, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συντρέχει ελαφρά αμέλεια της πιστώτριας

β) διότι, μολονότι δέχεται πως κατά τη σύμβαση πιστώσεως ο πρωτοφειλέτης ήταν υποχρεωμένος να καλύπτει το ποσό της πιστώσεως με επιταγές πελατών του, και πως από του μηνός Δεκεμβρίου 2001 άρχισαν να εμφανίζονται οικονομικές δυσχέρειες του πιστούχου, καθόσον οκτώ τραπεζικές επιταγές εκδόσεώς του δεν
πληρώθηκαν και εκδόθηκε εις βάρος του η υπ` αριθμ. 101/2002 διαταγή πληρωμής, από δε του
μηνός Μαρτίου 2002 μεγάλος αριθμός τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του πιστούχου δεν
πληρώθηκαν και εκδόθηκαν εναντίον του διαταγές πληρωμής.

Καθώς και ότι επιταγές που ενεχυριάστηκαν από τον πιστούχο στην πιστώτρια, προς εξασφάλιση της πιστώσεως πληρώθηκαν καθυστερημένα, δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της περί μη υπάρξεως αμελείας του πιστωτού-
αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατήγγειλε τη σύμβαση αλλά συνέχισε να χορηγεί ποσά της
πιστώσεως μέχρι και το κλείσιμο του λογαριασμού κατά τον μήνα Ιούλιο του 2002.

Με τα δεδομένα αυτά, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο
προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι δι` ανεπαρκών και αντιφατικών
αιτιολογιών ήχθη στην απόρριψη του προειρημένου λόγου ανακοπής περί ελευθερώσεως του
αναιρεσείοντος-εγγυητού συνεπεία πταίσματος της αναιρεσιβλήτου να ικανοποιήσει την απαίτησή
της, τυγχάνει βάσιμος.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχήν της αιτήσεως ως προς τον βάσιμο ως
άνω λόγο της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά την ρηθείσα
ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι
δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως
ισχύει, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2
Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο
διατακτικό οριζόμενα».

Β. Ακύρωση εγγύησης και απεμπλοκή εγγυητή λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη και καταχρηστικότητας.

Το άρθρο 178 ΑΚ ορίζει: «Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη» ενώ το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, ορίζει: «Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για τον χαρακτηρισμό δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης απαιτείται αφενός μεν, η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε, η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του τρίτου, με την προϋπόθεση ασφαλώς του στοιχείου της γνώσης των εν λόγω περιστάσεων.

Χαρακτηριστική είναι η υπ’ αριθ. 92/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία έκανε δεκτό τον ισχυρισμό περί αντίθεσης της σύμβασης στα χρηστά ήθη και απελευθέρωσε τον εγγυητή από δάνειο.

Ειδικότερα, δέχτηκε ότι η Τράπεζα, προκειμένου να αναλάβει το δάνειο η πρωτοφειλέτρια, «εκμεταλλεύτηκε την κουφότητα, την απειρία και τη δεινή επαγγελματικά και οικονομικά θέση της και της υπέβαλε την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης με δυσμενείς και καταχρηστικούς όρους σε βάρος της», χωρίς μάλιστα, να προκύψει καμία ωφέλεια για την εγγυήτρια από τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης και χωρίς να την ενημερώσει προσηκόντως σχετικά με τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε.

Η ΕΓΓΥΗΣΗ που παρέχεται από συγγενικά πρόσωπα του οφειλέτη, ωθούμενα στην πράξη της παροχής εγγύησης από συγγενικούς και συναισθηματικούς λόγους, χωρίς μάλιστα να αντλούν καμία προσωπική ωφέλεια, ενώ οι Τράπεζες δεν τους ενημερώνουν επαρκώς για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν, πάσχει ακυρότητας.

Ενδεικτική είναι η απόφαση 7241/1999 του Πρωτοδικείου Αθηνών δυνάμει της οποίας κρίθηκε αντίθετη η συμπεριφορά της Τράπεζας στα χρηστά ήθη καθώς «εκμεταλλεύτηκε την απειρία της εγγυήτριας, ώστε να επιβάλει την μονόπλευρη ικανοποίηση των συμφερόντων της με την ανάληψη από αυτή (εγγυήτρια) υπέρμετρων υποχρεώσεων υπέρ συγγενικών της προσώπων, χωρίς η τελευταία να απολαμβάνει αντίστοιχα οφέλη από τις δεσμεύσεις αυτές, όταν μάλιστα αυτό είναι σε γνώση της τράπεζας».

Εκτός από τους ανωτέρω λόγους, ανά περίπτωση μπορούν να συντρέχουν και άλλοι λόγοι για να ακυρωθεί η εγγύηση και να απεμπλακεί ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ, όπως η πλάνη ή ακόμα και η απάτη.

Ειδικότερα, το άρθρο 142 ΑΚ ορίζει ότι: «Η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προσώπου ή του πράγματος θεωρείται ουσιώδης, αν κατά τη συμφωνία των μερών ή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.». Ως ιδιότητα ενός προσώπου θεωρείται αν τυγχάνει φερέγγυος ή όχι.

Εν προκειμένω, αν ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ βασίστηκε σε ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του πρωτοφειλέτη και χωρίς σχετική ενημέρωση της Τράπεζας αναφορικά με την φερεγγυότητα του και δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή της σχετικής σύμβασης αν γνώριζε την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη, η δικαιοπραξία αυτή τυγχάνει ακυρώσιμη.

Ο εγγυητής, δηλαδή, σε καμία περίπτωση δεν θα παρείχε την προσωπική του εγγύηση, αν γνώριζε ότι ο πρωτοφειλέτης δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει άρα και να εξοφλήσει ποτέ την οφειλή, επομένως, γίνεται δεκτή η δυνατότητα ακύρωσης της παρασχεθείσας εγγύησης.

Δυνάμει του άρθρου 147 ΑΚ: «Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.».

Όπως στην περίπτωση της πλάνης, έτσι και στην περίπτωση της απάτης, υπάρχει δυνατότητα ακύρωσης της δικαιοπραξίας και ειδικότερα όταν με δόλιο τρόπο πρωτοφειλέτης και Τράπεζα απέκρυψαν από τον εγγυητή την αφερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη.

Καθώς αμφότεροι, πρωτοφειλέτης και Τράπεζα, ειδικά η δεύτερη, έχουν υποχρέωση ενημέρωσης του εγγυητή, η δόλια απόκρυψη του πλέον ουσιώδους στοιχείου κατάρτισης μιας δανειακής σύμβασης, αυτό της φερεγγυότητας του οφειλέτη, οδηγεί στη δυνατότητα του εγγυητή να ακυρωθεί η παρασχεθείσα εγγύηση και να βγει από εγγυητής.

Σημαντικές δικαστικές αποφάσεις προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν η υπ’ αριθ. 1096/2006 του Αρείου Πάγου όπου ακυρώθηκε η εγγύηση και απελευθερώθηκε ο εγγυητής λόγω πλάνης, η υπ’ αριθ. 17/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας και η υπ’ αριθ. 341/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου με την οποία ακυρώθηκε η εγγύηση λόγω βαριάς αμέλειας της Τράπεζας κατά τη χορήγηση του δανείου.

Γ. Απαλλαγή εγγυητή λόγω ανανέωσης των δανειακών συμβάσεων μέσω της υπογραφής «πρόσθετων πράξεων» μεταξύ Τράπεζας και πρωτοφειλέτη και δημιουργία νέας σύμβασης.

Μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, τα πιστωτικά ιδρύματα προσπαθούσαν να βρουν τρόπους είσπραξης των απαιτήσεων τους. Μια πρακτική την οποία ακολουθούσαν, ειδικά αναφορικά με επιχειρηματικά δάνεια υπό τη μορφή ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, ήταν αυτή της τροπής τους σε τοκοχρεωλυτικά δάνεια.

Οι Τράπεζες μέσω της υπογραφής πρόσθετων πράξεων με τους δανειολήπτες, κατέφευγαν στο κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού και στη διατήρηση της απαίτησης από το τοκοχρεωλυτικό δάνειο, το οποίο και ήταν ενήμερο. Τα Δικαστήρια κλήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις να διαχειριστούν το συγκεκριμένο ζήτημα των πρόσθετων πράξεων σύμβασης και πλέον η θέση της νομολογίας είναι σταθερή.

Θα πρέπει, πρώτα, να αποσαφηνιστούν ορισμένες έννοιες, όπως αυτές του αλληλόχρεου λογαριασμού και του τοκοχρεωλυτικού δανείου, προκειμένου να γίνει πιο ευχερής η κατωτέρω ανάλυση, σχετικά με εγγυητές σε επιχειρηματικά δάνεια.

Ως αλληλόχρεος ή ανοιχτός λογαριασμός ορίζεται η σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων, με την οποία αυτά συμφωνούν ότι οι μεταξύ τους δοσοληψίες από κάποια οικονομική συναλλαγή, θα καταχωρούνται σε ενιαίο λογαριασμό υπό τύπο κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρηση τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο, που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού με την αντιπαραβολή των κονδυλίων του.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο εκτός αντίθετης συμφωνίας και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης.

Ως τοκοχρεωλυτικό δάνειο ορίζεται η σύμβαση κατά την οποία ο δανειζόμενος προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς τη δανείστρια τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων – ήδη από την υπογραφή της σύμβασης – κατά χρόνο και κατά ποσό για την κάλυψη του χορηγηθέντος δανείου.

Στην πράξη, η δανείστρια Τράπεζα, ενώ υπάρχει ήδη καταρτισμένη σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, συνάπτει νέα σύμβαση με το δανειολήπτη, υπό τη μορφή πρόσθετης πράξης, με την οποία χορηγείται ισόποσο δάνειο με το υπόλοιπο της οφειλής από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Στο λογαριασμό του αλληλόχρεου λογαριασμού πιστώνεται το ποσό αυτό του τοκοχρεωλυτικού δανείου, με αποτέλεσμα η νέα πλέον σύμβαση δανείου να φαίνεται ενημερωμένη (ΜΠρΗρακ 864/2016).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, η νομολογία έχει κρίνει ότι καταρτίζονται νέες δανειακές συμβάσεις και ότι δεν αποτελούν πρόσθετες πράξεις της αρχικής σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού.

Χαρακτηριστική απόφαση αποτελεί η υπ’ αριθ. 1008/2016, σύμφωνα με την οποία: «Διότι νεότερες τροποποιητικές συμβάσεις οι οποίες δεν είναι απλά συμπληρωματικές – αυξητικές του ορίου της πίστωσης αλλά αποτελούν και τροποποιήσεις και άλλων όρων της αρχικής σύμβασης είναι δυνατόν να άγουν σε απαλλαγή τους από την ευθύνη (αναφορικά με την εγγύηση ή την προσημείωση) ή να δύνανται να στηρίξουν ελαττώματα της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής».

Σύμφωνα με τα άρθρα 847, 848, 849 και 851 ΑΚ ο εγγυητής ευθύνεται, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής (της πίστωσης), για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για άλλες απαιτήσεις από μεταγενέστερη σύμβαση, για τις οποίες δεν παρείχε την εγγύηση του.

Το ζήτημα που ενδιαφέρει, εν προκειμένω, τον εγγυητή είναι ότι δύναται να απελευθερωθεί από την αρχική χορηγηθείσα εγγύηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς με την υπογραφή της νέας δανειακής συμβάσεως, αυτής του τοκοχρεωλυτικού δανείου, παύει να ισχύει η αρχική σύμβαση.

Να σημειωθεί ότι για να μπορεί να απαλλαγεί ο τιθέμενος εγγυητής, θα πρέπει να μην έχει εγγυηθεί στη νέα δανειακή σύμβαση.

Συνεπώς, ο εγγυητής έχει τη δυνατότητα, υπό προϋποθέσεις, να επιδιώξει την απαλλαγή του από την χορηγηθείσα εγγύηση σε σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις δεν πρόκειται περί πρόσθετης πράξης της αρχικής σύμβασης αλλά περί νέας συμβάσεως, διαφορετικής από την αρχική.

Μια ακόμα πρακτική των Τραπεζών, μέσω υπογραφής πρόσθετων πράξεων, είναι αυτή της ουσιώδους τροποποίησης των συμβατικών όρων.

Ειδικότερα, όταν συνάπτεται μεταξύ πρωτοφειλέτη και Τράπεζας, χωρίς τη σύμπραξη του εγγυητή, μια «πρόσθετη πράξη», με την οποία τροποποιούνται ουσιωδώς οι όροι της αρχικής συμβάσεως, τότε πρόκειται για ανανέωση της αρχικής ενοχής, η οποία και επιφέρει με τη σειρά της απόσβεση της εγγύησης.

Σύμφωνα, άλλωστε με το άρθρο 439 ΑΚ: «Σε περίπτωση ανανέωσης οι εγγυητές, τα ενέχυρα ή οι υποθήκες της παλαιάς ενοχής διατηρούνται υπέρ της νέας μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής ή ο κύριος του ενυπόθηκου ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί, οφειλέτης ή τρίτος».

Για τη διαπίστωση αν έχει επέλθει ανανέωση της αρχικής συμβάσεως, θα πρέπει να ερευνηθεί αν έχει μεταβληθεί ουσιωδώς η οικονομική ταυτότητα της σύμβασης. Σε θεωρητικό επίπεδο έχει γίνει δεκτό ότι θα πρόκειται για ανανέωση όταν το περιεχόμενο της αρχικής ενοχής τροποποιείται σε τέτοια έκταση, ώστε η μεταβολή να ισοδυναμεί με την αντικατάστασή της.

Με άλλη διατύπωση, ανανέωση θα υπάρχει όταν διαπιστώνεται τόσο ουσιώδης μεταβολή των όρων της αρχικής ενοχής, ώστε να αλλοιώνεται η ίδια η ταυτότητά της.

Σε πρόσφατη νομολογία έχει κριθεί ότι η δυνατότητα χορήγησης δανείου και σε ξένο συνάλλαγμα, η οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην «πρόσθετη πράξη», θεωρήθηκε ως νέα σύμβαση, καθώς η μεταβολή που επήλθε ήταν ουσιώδης δεδομένου ότι η ισοτιμία των ξένων νομισμάτων δεν είναι σταθερή, γεγονός που έχει άμεση συνέπεια στο ύψος της οφειλής.

Σε αυτή την περίπτωση, επήλθε η απελευθέρωση του εγγυητή, διότι δεν είχε συμβληθεί στην «πρόσθετη πράξη», με την οποία έλαβε χώρα ουσιώδης τροποποίηση της αρχικής συμβάσεως.

Καταληκτικώς και σύμφωνα με την κοινή λογική και αίσθηση δικαίου, όταν ο εγγυητής έχει εγγυηθεί για μία συγκεκριμένη σύμβαση με συγκεκριμένους όρους (τρόπος και χρόνος εξόφλησης κ.α.), είναι μη αποδεκτό από την έννομη τάξη να θεωρείται, χωρίς την έγγραφη συμφωνία του, ότι συνεχίζει να ευθύνεται και με βάσει νέες συμβάσεις αντικατάστασης ή ουσιώδους τροποποίησης του αλληλόχρεου λογαριασμού που η Τράπεζα έχει ονομάσει «πρόσθετες πράξεις».

Δ. Απαλλαγή εγγυητή λόγω έλλειψης της υπογραφής του στην δανειακή σύμβαση

Αν και αποτελεί τον πλέον προφανή λόγο, όταν ο εγγυητής δεν έχει θέσει την υπογραφή του στην επίμαχη δανειακή σύμβαση, τότε μπορεί να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του. Μάλιστα, το άρθρο 849 ΑΚ ορίζει ότι: «Η εγγύηση είναι άκυρη, αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Η έλλειψη του εγγράφου καλύπτεται, εφόσον ο εγγυητής εκπλήρωσε την οφειλή». Εφόσον ο εγγυητής δεν έχει υπογράψει, δεν μπορεί να φέρει και τις σχετικές υποχρεώσεις που ακολουθούν τη σύμβαση εγγύησης και άρα δύναται να ακυρωθεί η παρασχεθείσα εγγύηση.

Ε. Ελευθέρωση εγγυητή για λόγους που αφορούν την κύρια οφειλή

Αρχή της σύμβασης εγγύησης, είναι η αρχή του παρεπομένου αυτής, σύμφωνα με την οποία ο εγγυητής ευθύνεται μόνο όσο ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Ο εγγυητής, λοιπόν, έχει δυνατότητα να προβάλει λόγους που αφορούν την ίδια την απαίτηση από τη δανειακή σύμβαση, όπως ανάλογα θα έπραττε και ο πρωτοφειλέτης.

Μπορεί να προβάλλει λόγους που αφορούν την καταχρηστικότητα των όρων της σύμβασης, όπως τον παράνομο ανατοκισμό και τις παράνομες χρεώσεις/επιβαρύνσεις ενώ μπορεί, επίσης να επικαλεστεί το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή. Συνεπώς, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να απαλλαγεί πλήρως από την εγγύηση και τις υποχρεώσεις που την ακολουθούν.

Σε κάθε περίπτωση η παροχή εγγύησης και η απελευθέρωση του εγγυητή κρίνεται από το Δικαστήριο και σε πολλές περιπτώσεις ο εγγυητής μπορεί να απαλλαχθεί από την ευθύνη του ασκώντας αγωγή ακύρωσης της εγγύησης ή με ανακοπή σε περίπτωση που η Τράπεζα εκκινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του εγγυητή. Κάθε υπόθεση είναι ξεχωριστή και θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά για να δοθεί η σωστή απάντηση

Επικοινωνήστε μαζί μας

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την διαδικασία για απαλλαγή εγγυητή δανείου και γενικότερα για δάνεια και οφειλές μπορείτε να καλείτε στα δικηγορικά μας γραφεία στα παρακάτω τηλέφωνα ή με e-mail info@e-nomika.gr

Θεσσαλονίκη: 2310 500 442
Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200
Αθήνα: 210 9585365

(Ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:00-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης)

 

Απαλλαγή εγγυητή δανείου και ακύρωση της εγγύησης

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ  ΓΙΑ ΕΓΓΥΗΤΕΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ         ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΓΙΑ ΕΓΓΥΗΤΕΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΑΘΗΝΑ 

Δείτε περισσότερα για νομικά θέματα:

Μενού
Call Now Button