Η αίτηση για επιδότηση  δόσης δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid – 19

Η αίτηση για επιδότηση δόσης δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid - 19

Η αίτηση για επιδότηση δόσης δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid – 19

Γράφει ο Μιχαήλ Ζηδιανάκης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Από τα τέλη Ιουλίου το Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ένα νέο καθεστώς προστασίας και διευκόλυνσης των δανειοληπτών, οι οποίοι επιβαρύνθηκαν οικονομικά  εξαιτίας της πανδημίας του κορονοιού.  Η αίτηση για επιδότηση δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid – 19 αποτελεί μια πρόσκαιρη ανάσα για τους δανειολήπτες. 

Ειδικότερα, από τις 3 Αυγούστου 2020 ξεκίνησε η λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ), για την υποβολή αιτήσεων στο πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ», το οποίο έχει ως στόχο την επιδότηση δανείων με υποθήκη στην πρώτη κατοικία όσων επλήγησαν από τις δυσμενείς επιπτώσεις της πανδημίας του κορονοϊού (covid – 19)

Η επιδότηση αυτή του Δημοσίου για την υποστήριξη των πληγέντων δανειοληπτών λειτουργεί ως εξής.

Ποσό επιδότησης δόσης δανείων λόγω covid – 19

Α) για τους δανειολήπτες που έχουν ενήμερα δάνεια η συνεισφορά θα ανέρχεται στο 90% της μηνιαίας δόσης και μέχρι του ποσού των 600 ευρώ, ανά πιστωτή, για το πρώτο τρίμηνο. Στο δεύτερο τρίμηνο η συνεισφορά ανέρχεται στο 80% της μηνιαίας δόσης και στο τρίτο τρίμηνο στο 70%.

Β) για τους δανειολήπτες που έχουν δάνεια σε καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών (δεν έχει καταγγελθεί), η συνεισφορά ανέρχεται στο 80% της μηνιαίας δόσης και μέχρι του ποσού των 500 ευρώ, ανά πιστωτή, για το πρώτο τρίμηνο. Στο δεύτερο τρίμηνο η συνεισφορά ανέρχεται στο 70% της μηνιαίας δόσης και στο τρίτο τρίμηνο στο 60%.

Γ) για τους δανειολήπτες που έχουν δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών (έχει καταγγελθεί), η επιδότηση ανέρχεται στο 60% της μηνιαίας δόσης και μέχρι του ποσού των 300 ευρώ, ανά πιστωτή, για το πρώτο τρίμηνο. Στο δεύτερο τρίμηνο η συνεισφορά ανέρχεται στο 50% της μηνιαίας δόσης και στο τρίτο τρίμηνο στο 30%.

Παραδείγματος χάριν, σε ενήμερο δάνειο φυσικού προσώπου που πληρώνει μηνιαία δόση 425 ευρώ και πληροί τα κριτήρια ένταξης στο πρόγραμμα, θα χορηγηθεί για το πρώτο τρίμηνο κρατική επιδότηση ύψους 1.147,50 ευρώ (90%), για το δεύτερο τρίμηνο 1.020 ευρώ (80%) και για το τρίτο τρίμηνο 892,50 ευρώ (70%).

Κατ’ ουσία, ο δανειολήπτης θα πρέπει να πληρώνει κάθε μήνα το υπόλοιπο ποσό της δόσης δανείου, που δεν το καλύπτει η επιδότηση του Κράτους. Μετά τη λήξη της επιδότησης, θα πρέπει να πληρώσει ο δανειολήπτης ολόκληρη τη μηνιαία δόση του δανείου, για χρονικό διάστημα 6-18 μήνες, ανάλογα με την κατηγορία του δανείου, αλλιώς θα πρέπει να επιστρέψει την Κρατική επιδότηση.

Ποια η διαδικασία της αίτησης για επιδότηση δόσης δανείου πρώτης κατοικίας;

Οι δικαιούχοι της επιδότησης μπορούν να υποβάλουν αίτηση ηλεκτρονικά στην πλατφόρμα της ΕΓΔΙΧ, με καταληκτική ημερομηνία την 30η Σεπτεμβρίου 2020. Εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις, θα λάβουν την κρατική επιδότηση για συνολικά 9 μήνες.

Παρακάτω αναλύονται οι προϋποθέσεις υπαγωγής των δανειοληπτών στο πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ»:

  1. Θα πρέπει να είναι φυσικά πρόσωπα (δηλ. άνεργοι, μισθωτοί, συνταξιούχοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, επιχειρηματίες – ομόρρυθμοι εταίροι κ.λπ., με ή χωρίς πτωχευτική ικανότητα)

  2. Θα πρέπει να έχουν δάνειο με υποθήκη ή προσημείωση στην πρώτη κατοικία τους, στην οποία υπάρχει εμπράγματο δικαίωμα, αποκλειστικής ή κατ’ ιδανικό μερίδιο, πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας

  3. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί να έχουν πληγεί οικονομικά από τον κορονοϊό (είτε έλαβαν κάποιο Κρατικό επίδομα – ευεργέτημα είτε είχαν σημαντική μείωση εισοδήματος – εσόδων)

  4. Θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια

Επισημαίνεται ότι για τη διαδικασία υποβολής της αίτησης δεν απαιτείται κανένα δικαιολογητικό έγγραφο.

Θα πρέπει να γίνουν, ωστόσο, ορισμένες επισημάνσεις σχετικά με τις αναφερόμενες προϋποθέσεις.

Αρχικά, ως πρώτη κατοικία νοείται αυτή που έχει δηλωθεί στην τελευταία υποβληθείσα φορολογική δήλωση. Αν η διαμονή είναι σε άλλη κατοικία, τότε υπάρχει η δυνατότητα υποβολής αίτησης για την επιδότηση του δανείου που βαρύνει την πρώτη κατοικία του δανειολήπτη, απλώς σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να επισυναφθούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα τα απαραίτητα έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν την προσωρινή διαμονή, εκτός της Περιφερειακής Ενότητας της κύριας κατοικίας σου. Συνήθως, αυτή η περίπτωση αφορά διαμονή σε έτερη κατοικία για επαγγελματικούς λόγους π.χ. εκπαιδευτικοί, ιατροί, στρατιωτικοί).

Επιπλέον, οι δανειολήπτες θα πρέπει να έχουν πληγεί οικονομικά από την πανδημία του κορονοιού. Ενδεικτικά, δηλαδή, εντάσσονται φυσικά πρόσωπα άνεργοι που λαμβάνουν έκτακτη στήριξη, φυσικά πρόσωπα εργαζόμενοι σε κλάδους (ΚΑΔ) που έχουν πληγεί ή παρουσίασαν σημαντική μείωση μέσου μηνιαίου μισθού, κατά το χρονικό διάστημα της πανδημίας (δηλ. των μηνών Μαρτίου – Απριλίου 2020) συγκριτικά με το χρονικό διάστημα πριν από την πανδημία (δηλ. των μηνών Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 2020).

Ελεύθεροι επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα με ατομική επιχείρηση σε κλάδους (ΚΑΔ) που έχουν πληγεί ή παρουσίασαν σημαντική μείωση της εμπορικής δραστηριότητάς τους, με μείωση ΦΠΑ άνω του 20%, κατά το χρονικό διάστημα της πανδημίας (δηλ. το 2ο τρίμηνο 2020), συγκριτικά με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ενός έτους πριν από την πανδημία (δηλ. το 2ο τρίμηνο του 2019), δικαιούχοι που έλαβαν ενίσχυση με τη μορφή της επιστρεπτέας προκαταβολής, ιδιοκτήτες ακινήτων που λαμβάνουν μειωμένο ενοίκιο, κατόπιν κρατικής εντολής, εταίροι προσωπικών ή κεφαλαιουχικών εταιρειών, των οποίων η λειτουργία έχει ανασταλεί υποχρεωτικά με Κρατική εντολή ή/και έχουν λάβει ενίσχυση.

Τα κριτήρια εισοδήματος και περιουσίας, ανάλογα με την κατηγορία του δανείου, έχουν ως εξής:

α) Για τα εξυπηρετούμενα δάνεια:

  • η αξία της κύριας κατοικίας να μην ξεπερνά τις 300.000 ευρώ

  • το υπόλοιπο του δανείου να μην ξεπερνά τις 300.000 ευρώ ανά τράπεζα

  • το οικογενειακό εισόδημα να μην ξεπερνά τις 24.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 18.000 ευρώ για τον/την σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος (έως 3 μέλη), ήτοι μέγιστο ποσό 57.000 ευρώ

  • οι καταθέσεις της οικογένειας να μην ξεπερνούν τις 40.000 ευρώ

  • η συνολική ακίνητη περιουσία της οικογένειας να μην ξεπερνά τις 600.000 ευρώ

  • η αξία των μεταφορικών μέσων που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας 3ετίας να μην ξεπερνά τις 80.000 ευρώ.

β) Για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία δεν έχουν καταγγελθεί:

  • η αξία της κύριας κατοικίας να μην ξεπερνά τις 250.000 ευρώ

  • το υπόλοιπο του δανείου να μην ξεπερνά τις 250.000 ευρώ

  • το οικογενειακό εισόδημα να μην ξεπερνά τις 17.000 ευρώ, προσαυξημένο κατά 13.000 ευρώ για τον/την σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος (έως 3 μέλη), ήτοι μέγιστο ποσό 45.000 ευρώ

  • οι καταθέσεις της οικογένειας να μην ξεπερνούν τις 25.000 ευρώ

  • η συνολική ακίνητη περιουσία της οικογένειας να μην ξεπερνά τις 500.000 ευρώ

  • η αξία των μεταφορικών μέσων που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας 3ετίας να μην ξεπερνά τις 80.000 ευρώ

γ) Για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία έχουν καταγγελθεί:

  • η αξία της κύριας κατοικίας να μην ξεπερνά τις 200.000 ευρώ

  • το υπόλοιπο του δανείου να μην ξεπερνά τις 130.000 ευρώ

  • το οικογενειακό εισόδημα να μην ξεπερνά τις 12.500 ευρώ, προσαυξημένο κατά 8.500 ευρώ για τον/την σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος (έως 3 μέλη), ήτοι μέγιστο ποσό 36.000 ευρώ

  • οι καταθέσεις της οικογένειας να μην ξεπερνούν τις 15.000 ευρώ

  • η συνολική ακίνητη περιουσία της οικογένειας να μην ξεπερνά τις 280.000 ευρώ

  • η αξία των μεταφορικών μέσων που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας 3ετίας να μην ξεπερνά τις 80.000 ευρώ

Εφόσον υπάρχει συνοφειλέτης ή εγγυητής στο δάνειο, τότε αυτός:

  • να έχει αποδεδειγμένα πληγεί οικονομικά από τον κορονοϊό και για τον λόγο αυτό να έχει ενταχθεί σε τουλάχιστον ένα από τα μέτρα Κρατικής υποστήριξης, στο πλαίσιο του Covid – 19

  • να έχει ατομικό εισόδημα του που δεν ξεπερνά τις 15.500 ευρώ

  • να έχει συνολική ακίνητη περιουσία που δεν ξεπερνά τις 280.000 ευρώ.

Επισημαίνεται ότι εάν ο οφειλέτης διαθέτει έστω και ένα καταγγελμένο δάνειο πρώτης κατοικίας, τότε η επιλεξιμότητα του κρίνεται με βάση τα κριτήρια που ισχύουν για τα καταγγελμένα δάνεια. Αντίθετα, εάν ο οφειλέτης δεν διαθέτει καταγγελμένο δάνειο πρώτης κατοικίας, τότε η επιλεξιμότητά του κρίνεται με βάση την κατηγορία του δανείου που έχει το μεγαλύτερο ανεξόφλητο υπόλοιπο.

Αναφορικά με το είδος των δανείων τα οποία επιδοτούνται, αυτά μπορεί να είναι στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά αρκεί να βαρύνουν την πρώτη κατοικία του δανειολήπτη. Κατ’ εξαίρεση, δεν επιδοτούνται τα δάνεια που λήφθηκαν με Κρατική εγγύηση (π.χ. πυρόπληκτα, σεισμόπληκτα, παλλινοστούντων κ.λπ.) ή που ήδη επιδοτούνται στο πλαίσιο άλλου προγράμματος (π.χ. Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας – ΟΕΚ, Ν. 4605/2019) προς αποφυγή διπλής ενίσχυσης.

Σχετικά με τους πιστωτές, συμπεριλαμβάνονται όλα τα είδη, δηλαδή τραπεζικά ιδρύματα, εκκαθαριστές τράπεζας (δηλ. τράπεζες που διέκοψαν τη λειτουργία τους), καθώς και οποιαδήποτε εταιρεία ανέλαβε τη διαχείριση απαιτήσεων ή την τιτλοποίηση των δανείων (δηλ. fund). Επίσης, η συνεισφορά αφορά και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Σημειώνεται ότι αίτηση μπορεί να υποβληθεί και από τον συνοφειλέτη ή εγγυητή δανείου, ακόμα και χωρίς την υποβολή αίτησης από τον πρωτοφειλέτη. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πληροί ο συνοφειλέτης ή εγγυητής. Δίνεται, επιπλέον η δυνατότητα, σε περίπτωση που υπάρχουν εγγυητές ή συνοφειλέτες ή συνιδιοκτήτες, που δεν είναι συνεργάσιμοι, ο πρωτοφειλέτης να ρυθμίσει ολόκληρο το χρέος από μόνος του, εφόσον το επιθυμεί.

Μετά την υποβολή της αίτησης από το δανειολήπτη, η διαδικασία που ακολουθείται διαφοροποιείται ανάλογα με το αν το δάνειο είναι εξυπηρετούμενο ή μη. Πιο συγκεκριμένα, εάν το δάνειο είναι εξυπηρετούμενο, τότε η αίτηση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στις εμπλεκόμενες τράπεζες, οι οποίες προβαίνουν σε ειδικό έλεγχο και στη συνέχεια αποστέλλουν τον αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN), όπου το Κράτος καταβάλλει την επιδότηση. Η καταβολή της επιδότησης ξεκινά με τη λήξη της αναστολής πληρωμών, που ενδεχομένως έχει χορηγηθεί από την τράπεζα, αλλά το αργότερο έως 31/12/2020.

Εάν το δάνειο είναι μη εξυπηρετούμενο, τότε η αίτηση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στις εμπλεκόμενες τράπεζες, οι οποίες καλούν το δανειολήπτη να προσκομίσει τυχόν πρόσθετα απαιτούμενα δικαιολογητικά (π.χ. πιστοποιητικό βαρών) εντός προθεσμίας 15 ημερών.

Στη συνέχεια οι τράπεζες παρέχουν μία ή περισσότερες εναλλακτικές προτάσεις ρύθμισης οφειλών, εντός 30 ημερών. Ο δανειολήπτης έχει το δικαίωμα να δεχθεί ή να απορρίψει τις προτάσεις αυτές. Η προτεινόμενη από την τράπεζα ρύθμιση πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη και βιώσιμη, δηλαδή να μπορεί να εξυπηρετηθεί, σύμφωνα με τις παρούσες οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη. Για να λάβει την επιδότηση ο δανειολήπτης, θα πρέπει να έχει συμφωνήσει σε μια ρύθμιση σε συνεργασία με την τράπεζα και να υπογράψει τη σχετική σύμβαση έως 31/12/2020.

Όπως γίνεται αντιληπτό από την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν απαιτείται προσφυγή στο δικαστήριο αφού με την επιτυχή ολοκλήρωση αυτής, υπογράφεται η σχετική σύμβαση ρύθμισης δανείου. Αποτελεί, επομένως, μια πλήρως εξωδικαστική διαδικασία.

Σημειώνεται ότι εφόσον ρυθμιστεί το δάνειο με την εκάστοτε τράπεζα και ο δανειολήπτης πληρώνει κανονικά το ποσό της μηνιαίας δόσης που δεν καλύπτεται από την επιδότηση του κράτους, τότε η τράπεζα δεν εκκινεί διαδικασίες κατάσχεσης και πλειστηριασμού. Ωστόσο, οι υπόλοιποι πιστωτές των οποίων οι οφειλές δεν εξυπηρετούνται, δύνανται να προβούν ή να συνεχίσουν τη διενέργεια μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία  για και τις προϋποθέσεις που έχει Η αίτηση για επιδότηση δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid – 19  ή για εξεύρεση εναλλακτικού τρόπου ρύθμισης των οφειλών σαςμπορείτε να απευθύνεστε στα δικηγορικό μας γραφεία στα παρακάτω τηλέφωνα.

 

Θεσσαλονίκη: 2310 500 442

Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200

Αθήνα: 210 9585365

(Ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:30-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης)

Η αίτηση για επιδότηση δόσης δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid - 19

Παρακάτω παρατίθεται αναλυτικά όλος ο νόμος για την επιδότηση δόσης δανείου λόγω του κορονοϊου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΝΕΙΩΝ ΜΕ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΛΗΓΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ COVID-19

Άρθρο 71. Πεδίο εφαρμογής και προϋποθέσεις επιλεξιμότητας

1. Το Δημόσιο συνεισφέρει, για χρονικό διάστημα, που δεν υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες, από την ημερομηνία έγκρισης της κατά το άρθρο 76 του παρόντος αίτησης, στις δόσεις για την αποπληρωμή των πάσης φύσεως δανείων φυσικών ή νομικών προσώπων προς χρηματοδοτικούς φορείς που εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία του οφειλέτη.

2. Επιλέξιμα είναι φυσικά πρόσωπα, που έχουν, είτε τα ίδια, είτε ο σύζυγος, ή εξαρτώμενο μέλος αποδεδειγμένα πληγεί και για τον λόγο αυτό ενταχθεί στα ληφθέντα μέτρα στο πλαίσιο του κορωνοϊού COVID-19.

3. Eιδικότερα πληγέντες θεωρούνται:

α) εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, στους οποίους παρασχέθηκε οικονομική ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο δέκατο τρίτο της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 64), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (Α΄ 76), και το άρθρο 11 της από 20.3.3020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 68), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α΄ 83), ή των οποίων ο μέσος μικτός μηνιαίος μισθός, αφαιρουμένων πρόσθετων ή άλλων έκτακτων αποδοχών των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του 2020, παρουσίασε μείωση, σε σχέση με τον αντίστοιχο των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2020, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:


αα) για ποσά έως χίλια (1.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του δέκα τοις εκατό (10%),
αβ) για ποσά από χίλια και ένα λεπτό (1.000,01) του ευρώ και μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%),
αγ) για ποσά μεγαλύτερα των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, μείωση ίση ή μεγαλύτερη του τριάντα τοις εκατό (30%), όπως οι αποδοχές των υποπερ. αα) ως αγ) δηλώνονται στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης από τον εργοδότη.

β) Ελεύθεροι επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, στους οποίους παρασχέθηκε οικονομική ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020, ή των οποίων τα έσοδα του δευτέρου τριμήνου του 2020 παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%), σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του έτους 2019, όπως αυτό προκύπτει από τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α.,

γ) άνεργοι ή μακροχρόνια άνεργοι, στους οποίους παρασχέθηκε οικονομική ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο έβδομο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020,

δ) φυσικά πρόσωπα, ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι έλαβαν μειωμένο μίσθωμα, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο της από 20.3.2020 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020,

ε) εταίροι προσωπικών ή κεφαλαιουχικών εταιριών, των οποίων η λειτουργία έχει ανασταλεί υποχρεωτικά ή έχουν λάβει ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο όγδοο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020, και σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τα τηρούμενα στοιχεία της φορολογικής διοίκησης,

στ) δικαιούχοι που έλαβαν ενίσχυση με τη μορφή της επιστρεπτέας προκαταβολής, σύμφωνα με το άρθρο τρίτο της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 75), όπως κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α΄ 86) και την υπ’ αρ. ΓΔΟΥ131/13.6.2020


(Β΄ 2276) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καθώς και την υπ. αρ. οικ.23103/478/2020 (Β΄ 2274) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (Μηχανισμός «Συνεργασία»), και οι οποίοι αποδεδειγμένα έχουν παρουσιάσει μείωση εισοδημάτων λόγω των συνεπειών της πανδημίας.

4. Πέραν των ανωτέρω προϋποθέσεων της παρ. 3, ο αιτών θα πρέπει σωρευτικά να πληροί και τις ακόλουθες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας:
α) Να διαθέτει εμπράγματο δικαίωμα, αποκλειστικής ή κατ` ιδανικό μερίδιο, πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας σε ακίνητο, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του και βρίσκεται στην Ελλάδα.

β) Να μην έχει υπαχθεί στη ρύθμιση των άρθρων 68 έως 83 του ν. 4605/2019 (Α΄ 52). Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία των άρθρων αυτών και αν μέχρι την υποβολή της αίτησης του άρθρου 75 του παρόντος, δεν έχει επιτευχθεί ρύθμιση, μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος, εφόσον παραιτηθούν από την αίτηση υπαγωγής τους. Σε περίπτωση υπαγωγής στις διατάξεις του ν. 4605/2019 μετά την έγκριση της συνεισφοράς του παρόντος νόμου, η συνεισφορά του παρόντος νόμου διακόπτεται. Σε κάθε περίπτωση, ισχύουν τα αναφερόμενα στην περ. ε).

γ) Να μην έχει υπαχθεί στη ρύθμιση των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 (Α΄ 153), 61 έως 67 του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) ή του ν. 4469/2017 (Α΄ 62), ακόμα κι αν εξέπεσε από αυτές, ούτε να εκκρεμεί αίτηση ρύθμισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας, εκτός εάν ο οφειλέτης παραιτηθεί πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 75 του παρόντος.

δ) Να υφίσταται οφειλή επιδεκτική συνεισφοράς κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου.
ε) Να μην υφίσταται εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για την επιδεκτική συνεισφοράς οφειλή και ο δικαιούχος να μην έχει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως άλλη ενεργή κρατική ενίσχυση για την οφειλή αυτή.

στ) Να πληρούνται, ως προς την επιδεκτική συνεισφοράς του Δημοσίου οφειλή, για κάθε περίπτωση ξεχωριστά τα ακόλουθα πρόσθετα κριτήρια επιλεξιμότητας:
στα) Εφόσον πρόκειται για δάνεια εξυπηρετούμενα ή δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι (90) ημέρες στις 29.2.2020:

i) Η κατά το άρθρο 73 αξία της κύριας κατοικίας του αιτούντος, κατά τονχρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.

ii) Το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις χιλιάδες (24.000) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη.

iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75.

v) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 75.

v) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, του συζύγου ή της συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του αιτούντα, να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ.
vi) Τα μεταφορικά μέσα του αιτούντος, που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας τριετίας για ιδιωτική χρήση, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ.

Δεν λογίζεται ως καθυστέρηση η χορήγηση εκουσίως από τον χρηματοδοτικό φορέα ή δυνάμει νομοθετικής πρόβλεψης, αναστολής στην καταβολή της μηνιαίας δόσης.

στβ) Εφόσον πρόκειται για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών στις 29.2.2020 και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περ. στα):
i) Η κατά το άρθρο 73 αξία της κύριας κατοικίας, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ.

ii) Το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις δεκαεπτά χιλιάδες (17.000) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά δεκατρείς χιλιάδες (13.000) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη.

iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75.

iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία αλλοδαπού νομίσματος και ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 75.

v) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του αιτούντα, να μην υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

vi) Τα μεταφορικά μέσα του αιτούντος, που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας τριετίας για ιδιωτική χρήση, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ.
στγ) Εφόσον πρόκειται για δάνεια που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών στις 29.2.2020 και επιπλέον έχουν καταγγελθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή από τον χρηματοδοτικό φορέα:

i) Η κατά το άρθρο 73 αξία της κύριας κατοικίας, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.

ii) Το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες πεντακόσια (12.500) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά οκτώ χιλιάδες πεντακόσια (8.500) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη.

iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 75.

iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 75, να μην υπερβαίνει τις εκατόν τριάντα χιλιάδες (130.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία αλλοδαπού νομίσματος και ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 75.

v) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος, του συζύγου ή της συζύγου και των εξαρτώμενων μελών, συμπεριλαμβανομένης της κύριας κατοικίας του αιτούντα, να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες ογδόντα χιλιάδες (280.000) ευρώ.

vi) Τα μεταφορικά μέσα του αιτούντος, που αποκτήθηκαν εντός της τελευταίας τριετίας για ιδιωτική χρήση, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα χιλιάδες (80.000) ευρώ.

vii) Σε περίπτωση ύπαρξης συνοφειλέτη ή εγγυητή για τα δάνεια της παρούσας κατηγορίας, ο καθένας από αυτούς πρέπει να πληροί τα ακόλουθα κριτήρια επιλεξιμότητας: (1) Το ατομικό του εισόδημά να μην υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες πεντακόσια (12.500) ευρώ, (2) η ακίνητη περιουσία του να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες ογδόντα χιλιάδες (280.000) ευρώ, (3) να θεωρείται πληγείς, σύμφωνα με την παρ. 3.

5. Ο χαρακτηρισμός των οφειλών και η επιλεξιμότητα του αιτούντος, με βάση τις προαναφερθείσες διακρίσεις των υποπερ. στα΄, στβ΄ και στγ΄ της παρ. 4, λαμβάνει χώρα ανά πιστωτή.

6. Η μεταβίβαση των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή η ανάθεση της διαχείρισής τους σύμφωνα με τον ν. 4354/2015 (Α΄ 176), καθώς και η τιτλοποίησή τους σύμφωνα με τον ν. 3156/2003 (Α΄ 157) ή τον ν. 4649/2019 (Α΄206) και η υποκατάσταση εγγυητή ή εν γένει συνοφειλέτη σε αυτές, δεν εμποδίζει τη ρύθμισή τους σύμφωνα με το παρόν.

7. Σε περίπτωση που η επιδεκτική συνεισφοράς του Δημοσίου οφειλή έχει υπαχθεί οριστικά στις διατάξεις του ν. 3869/2010 (A΄ 130), εφόσον εγκριθεί η συνεισφορά του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει συνεισφορά του Δημοσίου, σύμφωνα με τα εδάφια πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010.

Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, η οποία εκκρεμεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί, μπορούν να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 75. Αν οι αιτούντες ρυθμίσουν συναινετικά οποιαδήποτε από τις οφειλές που είναι επιδεκτικές για την καταβολή συνεισφοράς του Δημοσίου κατά τον παρόντα νόμο, η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται ως προς τις οφειλές που ρυθμίστηκαν συναινετικά.

Άρθρο 72. Ορισμοί

Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου:
α) Ως «οφειλέτης» νοείται το φυσικό πρόσωπο που έχει χρηματικές οφειλές έναντι των χρηματοδοτικών φορέων, επιδεκτικές συνεισφοράς βάσει του παρόντος νόμου και αφορά, τόσο τον άμεσα αντισυμβαλλόμενο (πρωτοφειλέτη) σε σύμβαση με πιστωτικό ίδρυμα και άλλο χρηματοδοτικό φορέα, όσο και τους ενεχόμενους εις ολόκληρον ως συνοφειλέτες, ή εγγυητές.

β) Ως «χρηματοδοτικός φορέας» νοείται το πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, καθώς και η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, εφόσον τελεί υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.

Πιστωτής, ο οποίος απέκτησε απαιτήσεις επιδεκτικές ρύθμισης με μεταβίβαση, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4354/2015, συμμετέχει στη διαδικασία του παρόντος νόμου μόνο μέσω της εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση σύμφωνα με την περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015.

Πιστωτής, ο οποίος απέκτησε απαιτήσεις επιδεκτικές ρύθμισης με τιτλοποίηση, σύμφωνα με τον ν. 3156/2003, συμμετέχει στη διαδικασία του παρόντος μόνο μέσω του προσώπου, στο οποίο έχει ανατεθεί η διαχείρισή τους, σύμφωνα με την παρ. 14 του άρθρου 10 του ν. 3156/2003.

γ) Ως «οφειλή» νοείται η οφειλή του οφειλέτη προς χρηματοδοτικό φορέα από οποιαδήποτε αιτία, για την οποία έχει παραχωρηθεί εμπράγματη εξασφάλιση στην κύρια κατοικία του οφειλέτη.
δ) Ο όρος «σύζυγος» περιλαμβάνει και τον αντισυμβαλλόμενο σε σύμφωνο συμβίωσης του ν. 4356/2015 (Α΄181) ή του ν. 3719/2008 (Α΄ 241).
ε) Ως «εξαρτώμενα μέλη» νοούνται τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 11 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167).

στ) Ως «οικογενειακό εισόδημα» νοείται το άθροισμα των εισοδημάτων του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών, μειωμένο κατά τους αναλογούντες φόρους, την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν. 4172/2013 και το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152). Στο «οικογενειακό εισόδημα» συμπεριλαμβάνονται και τα αφορολόγητα, καθώς και τα αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά. ζ) Ως «επενδυτικά προϊόντα» νοούνται τα μέσα χρηματαγοράς κατά την παρ. 17 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και οι κινητές αξίες κατά την παρ. 44 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

η) Ως «κύρια κατοικία» νοείται αυτή που δηλώνει ο αιτών στην αίτηση του άρθρου 75.

θ) Ως «μηνιαία δόση» ορίζεται η δόση εξυπηρέτησης των επιλέξιμων οφειλών, όπως καθορίζονται στη συμφωνία μεταξύ του χρηματοδοτικού φορέα και του οφειλέτη και διαβιβάζονται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

ι) Ως «ηλεκτρονική πλατφόρμα» ορίζεται η ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 74.

ια) Ως «σύμβουλος» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που επιλέγει ο οφειλέτης και αναλαμβάνει τις διαδικασίες υποστήριξης του οφειλέτη, κατά το στάδιο της αίτησης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και τη ρύθμιση των οφειλών. Σύμβουλος θεωρείται, ενδεικτικά, ο δικηγόρος, λογιστής – φοροτεχνικός, οικονομολόγος ή οποιαδήποτε άλλη επιστημονική ειδικότητα με γνώσεις και εμπειρία για τη διενέργεια των απαιτούμενων διαδικασιών και την επαρκή υποστήριξη του οφειλέτη στη διαδικασία.

ιβ) Ως «μεταφορικά μέσα» νοούνται τα αναφερόμενα στις περ. γ), στ) και ζ) της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4172/2013, που ευρίσκονται στην κυριότητα του αιτούντος.

Άρθρο 73. Προσδιορισμός αξίας περιουσιακών στοιχείων

1. Για να κριθεί η επιλεξιμότητα του αιτούντος σύμφωνα με το στοιχείο i των υποπερ. στα) ως στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71, ως αξία του ακινήτου που αποτελεί την κύρια κατοικία, λογίζεται η φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), σύμφωνα με τον ν. 4223/2013 (Α΄ 287), όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου.

2. Αν ο αιτών έχει κατ’ ιδανικό μερίδιο πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επικαρπία στην κύρια κατοικία του, κρίσιμη για την επιλεξιμότητά του κατά το άρθρο 71 είναι η αξία της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας.

3. Για να κριθεί η επιλεξιμότητα του αιτούντος σύμφωνα με το στοιχείο v των υποπερ. στα) ως στγ) της περ. στ΄ της παρ. 4 του άρθρου 71, ως αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας λογίζεται η φορολογητέα αξία αυτής για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.), σύμφωνα με τον ν. 4223/2013, όπως αυτή προκύπτει από την τελευταία πράξη προσδιορισμού φόρου, εξαιρουμένων των γηπέδων εκτός σχεδίου πόλης και οικισμού, για τα οποία δεν προσδιορίζεται αξία Ε.Ν.Φ.Ι.Α..

Η παρούσα εφαρμόζεται και για την αξιολόγηση της συνολικής περιουσίας του συνοφειλέτη ή του εγγυητή, σύμφωνα με τον αριθμό (2) του στοιχείου (vii) της υποπερ. στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71.

Άρθρο 74. Ηλεκτρονική πλατφόρμα

1. Η διαδικασία του παρόντος διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, η οποία αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.), σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.). Στην πλατφόρμα παρέχεται πρόσβαση μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr).

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι διαδικασίες, οι προϋποθέσεις, οι προσφερόμενες λειτουργίες και εφαρμογές και οι τεχνικές λεπτομέρειες, οι οποίες αποτελούν τις λειτουργικές προδιαγραφές της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 75. Υποβολή αίτησης

1. Φυσικό πρόσωπο, στο οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του άρθρου 71, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση συνεισφοράς δημοσίου στην αποπληρωμή των δανειακών του υποχρεώσεων, εντός αποσβεστικής προθεσμίας, από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως και τις 30 Σεπτεμβρίου 2020. Σε περίπτωση περισσότερων συγκύριων επί της κύριας κατοικίας, αρκεί να υποβληθεί αίτηση από έναν από αυτούς.

2. Απαγορεύεται η υποβολή δεύτερης αίτησης από το ίδιο φυσικό πρόσωπο.

3. Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά.

Η είσοδος του χρήστη στην πλατφόρμα διενεργείται με την αυθεντικοποίησή του μέσω των κωδικών/διαπιστευτηρίων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Γ.Π.Σ.Δ.Δ.) του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Κατά την υποβολή της αίτησης αντλούνται τα ακόλουθα στοιχεία μέσω διαλειτουργικότητας:

α) Πλήρη στοιχεία του αιτούντος και ειδικότερα το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και οι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας, αν είναι επιτηδευματίας.

β) Πλήρη στοιχεία του συζύγου και των εξαρτώμενων μελών του και ειδικότερα το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, ο Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης και οι Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας, αν είναι επιτηδευματίες.

4. Ο αιτών συμπληρώνει το τηλέφωνο, τη διεύθυνση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του, τις οικογενειακές καταθέσεις σε χώρες εκτός Ελλάδος, και επιβεβαιώνει τα στοιχεία της κύριας κατοικίας του, ενώ παράλληλα υποβάλλει και τις ακόλουθες υπεύθυνες δηλώσεις:

α) Ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των παρ. 2 ως 4 του άρθρου 71.

β) Ότι παρέχει άδεια στους χρηματοδοτικούς φορείς για πρόσβαση, επεξεργασία και διασταύρωση των δεδομένων που περιλαμβάνονται στην αίτηση, όσο και άλλων δεδομένων του που βρίσκονται στην κατοχή τους, για τους σκοπούς του παρόντος.

γ) Υπεύθυνη δήλωση αναφορικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, σε περίπτωση που ο αιτών είναι ελεύθερος επαγγελματίας ή φυσικό πρόσωπο που ασκεί ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα.

5. Η αίτηση συνυπογράφεται από τον σύζυγο και από τα εξαρτώμενα μέλη του αιτούντος ή τους νομίμους αντιπροσώπους τους, καθώς και από τον συνοφειλέτη ή τον εγγυητή, στην περίπτωση ύπαρξης δανείων της υποπερ. στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, δεν απαιτείται η συνυπογραφή της αίτησης από τον σύζυγο. Για τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 71 λαμβάνεται υπόψη το ατομικό εισόδημα του αιτούντος, προσαυξημένο σύμφωνα με τα ποσά που προβλέπονται για τα εξαρτώμενα μέλη, που έχει στην επιμέλειά του ο αιτών.

Η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης πρέπει να έχει δηλωθεί στη Φορολογική Διοίκηση πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

6. Η υποβολή της αίτησης του παρόντος συνεπάγεται αυτοδίκαια την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων του άρθρου 1 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) και του φορολογικού απορρήτου του άρθρου 17 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) για τον έλεγχο της πλήρωσης των κριτηρίων επιλεξιμότητας του άρθρου 71 για τον αιτούντα, τον σύζυγο, τα εξαρτώμενα μέλη και τον συνοφειλέτη ή εγγυητή, της υποπερ. στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71.

7. Ανακτώνται αυτόματα από τη βάση δεδομένων της φορολογικής διοίκησης για τον αιτούντα, το σύζυγο, και τα εξαρτώμενα μέλη, κατά περίπτωση, τα ακόλουθα στοιχεία:

α) δήλωση εισοδήματος φυσικών προσώπων,
β) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. του τελευταίου φορολογικού έτους,

γ) πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους.
Τα έγγραφα της παρούσας παραγράφου αντλούνται αυτόματα, εκκινώντας από την τελευταία διαθέσιμη έκδοσή τους, εφόσον δεν έχει παρέλθει η αντίστοιχη προθεσμία υποβολής τους βάσει της κείμενης νομοθεσίας. Μετά την παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών, η αυτόματη άντληση των εγγράφων, εκκινεί από την τελευταία έκδοση, για την οποία υπάρχει υποχρέωση υποβολής.

8. Με την ολοκλήρωση της ανάκτησης των δεδομένων της παρ. 7, η αίτηση διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στους χρηματοδοτικούς φορείς, από τους οποίους ανακτώνται αυτόματα τα εξής:

α) στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις προς χρηματοδοτικούς φορείς, οι οποίες είναι επιδεκτικές συνεισφοράς κατά το άρθρο 71, το οφειλόμενο ποσό ανά φορέα και την ημερομηνία καθορισμού του ύψους της οφειλής,

β) στοιχεία αναφορικά με την εξυπηρέτηση ή μη των δανειακών υποχρεώσεων στις 29.2.2020, και σε περίπτωση δανείου που ήταν σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών, την καταγγελία της δανειακής σύμβασης,

γ) στοιχεία αναφορικά με καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του τηρούνται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, καθώς και την εκτιμώμενη αξία τους,
δ) τα στοιχεία βαρών και λοιπών εξασφαλίσεων επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος που βρίσκονται στη διάθεσή τους.

9. Η αίτηση υπέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης του αιτούντα και των συνυπογραφόντων, συζύγου και εξαρτώμενων μελών, για την ακρίβεια και την πληρότητα του περιεχομένου και των υποβληθέντων εγγράφων.

10. Αν αποδειχθεί στη συνέχεια με δημόσια έγγραφα ότι η υπεύθυνη δήλωση της παρ. 9 είναι ψευδής και εφόσον η ανακρίβεια επιδρά στην επιλεξιμότητα του αιτούντος, η συνεισφορά θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη, ο οφειλέτης εκπίπτει αυτής για το μέλλον και τα καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται, σύμφωνα με το άρθρο 81.

11. Η υποβολή της αίτησης διακόπτει τη διαδικασία του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 (Α΄ 288), ως προς τις επιδεκτικές για συνεισφορά οφειλές. Αν για οποιονδήποτε λόγο η διαδικασία του παρόντος κεφαλαίου δεν τελεσφορήσει, δεν απαιτείται συνέχιση της διαδικασίας επίλυσης καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας.

12. Εάν ο οφειλέτης έχει περιλάβει στην αίτησή του δήλωση, ότι για τη σύνταξή της συνέπραξε σύμβουλος και δηλώσει τα στοιχεία του στην πλατφόρμα, ο τελευταίος εφόσον προβεί στην οριστική υποβολή της αίτησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο, δικαιούται αμοιβής ύψους διακοσίων πενήντα (250) ευρώ ανά χρηματοδοτικό φορέα, στον οποίο υφίστανται επιλέξιμες προς συνεισφορά οφειλές, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.. Η αμοιβή αυτή καταβάλλεται από τον χρηματοδοτικό φορέα, χωρίς παρακράτηση φόρου, ως εξής:

α) Στην περίπτωση των δανείων των περ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 76, η κατά τα ανωτέρω αμοιβή του συμβούλου καταβάλλεται κατά τον χρόνο της αποστολής στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ποσού των μηνιαίων δόσεων από τον χρηματοδοτικό φορέα,

β) στην περίπτωση των δανείων της περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 76, η αμοιβή της παρούσας καταβάλλεται είτε κατά τον χρόνο που θα επιτευχθεί η αναδιάρθρωση, είτε το αργότερο μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 4 του άρθρου 76, ανεξαρτήτως εάν θα επιτευχθεί αναδιάρθρωση.

Η αμοιβή καταβάλλεται έναντι νομίμου παραστατικού, το οποίο εκδίδεται στο όνομα του οφειλέτη, επιβαρύνει τον οφειλέτη και είτε καταλογίζεται στο ανεξόφλητο υπόλοιπο του προς ρύθμιση δανείου είτε καταλογίζεται ως έξοδο που βαρύνει την επιλέξιμη για συνεισφορά οφειλή. Έξοδα πίστωσης του λογαριασμού του συμβούλου από τον χρηματοδοτικό φορέα, βαρύνουν τον σύμβουλο. Υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο σύμβουλος.

13. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να τροποποιείται το περιεχόμενο της αίτησης του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 76. Έγκριση αίτησης

1. Με την ολοκλήρωση ανάκτησης των στοιχείων των παρ. 3, 4 και 7 και την υποβολή των δηλώσεων της παρ. 4 του άρθρου 75 από τον αιτούντα, η αίτηση θεωρείται υποβληθείσα. Ακολουθεί η διαδικασία για την ανάκτηση των δεδομένων της παρ. 8 του άρθρου 75. Εάν, κατά την ανάκτηση των δεδομένων αυτών, διαπιστωθεί ότι ο αιτών δεν πληροί ένα ή περισσότερα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 71, η ηλεκτρονική πλατφόρμα αποστέλλει ηλεκτρονικά ειδοποίηση στον αιτούντα. Με την αποστολή της, η διαδικασία περατώνεται και η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα.

2. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ελέγχεται η επιλεξιμότητα του οφειλέτη βάσει των οφειλών έναντι των χρηματοδοτικών φορέων. Σε περίπτωση που υφίσταται έστω και μία καταγγελμένη οφειλή στον χρηματοδοτικό φορέα, ανεξαρτήτως ποσού, τα κριτήρια επιλεξιμότητας του αιτούντος έναντι του συγκεκριμένου χρηματοδοτικού φορέα κρίνονται με βάση τα αναφερόμενα της υποπερ. στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71. Σε περίπτωση μη ύπαρξης καταγγελμένης οφειλής, τα κριτήρια επιλεξιμότητας του οφειλέτη κρίνονται με βάση την κατηγοριοποίηση της οφειλής που παρουσιάζει το μεγαλύτερο υπόλοιπο.

 

3. Εφόσον διαπιστωθεί ότι η αίτηση πληροί όλα τα κατά περίπτωση οριζόμενα κριτήρια επιλεξιμότητας, σύμφωνα με το άρθρο 71, αποστέλλεται στον οφειλέτη και τον χρηματοδοτικό φορέα ενημέρωση ότι ο αιτών είναι καταρχήν επιλέξιμος για συνεισφορά δημοσίου. Στη συνέχεια, οι χρηματοδοτικοί φορείς διαβιβάζουν κατά περίπτωση την ακόλουθη ενημέρωση:

α) Εφόσον η επιλέξιμη οφειλή είναι εξυπηρετούμενη, ο χρηματοδοτικός φορέας αποστέλλει στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, εντός δεκαπέντε (15) το αργότερο ημερών από τη διαπίστωση της καταρχήν επιλεξιμότητας του αιτούντος, το ποσό της μηνιαίας δόσης, ούτως ώστε να δρομολογηθεί η έναρξη καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, εκτός εάν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 7, οπότε ο χρηματοδοτικός φορέας αποστέλλει το ποσό της μηνιαίας δόσης εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήξη της χορηγηθείσας αναστολής.

β) Εφόσον η επιλέξιμη οφειλή είναι μη εξυπηρετούμενη για χρονικό διάστημα μικρότερο των ενενήντα (90) ημερών, ο αιτών προβαίνει εντός δεκαπέντε (15) το αργότερο ημερών από τη διαπίστωση της καταρχήν επιλεξιμότητας του στην καταβολή των δόσεων που ευρίσκονται σε καθυστέρηση, άλλως αυτές κεφαλαιοποιούνται από τον χρηματοδοτικό φορέα και βαρύνουν το υπόλοιπο της οφειλής. Μετά την πάροδο της προθεσμίας της παρούσας, ο χρηματοδοτικός φορέας αποστέλλει εντός δεκαπέντε (15) ημερών το ποσό της μηνιαίας δόσης αυτής, για να ξεκινήσει η καταβολή της συνεισφοράς του Δημοσίου.

γ) Εφόσον η επιλέξιμη οφειλή είναι μη εξυπηρετούμενη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από ενενήντα (90) ημέρες ή η σχετική σύμβαση έχει καταγγελθεί, για να εκκινήσει η διαδικασία καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, λαμβάνει χώρα αναδιάρθρωση της επιλέξιμης οφειλής, έπειτα από συμφωνία του οφειλέτη με τον χρηματοδοτικό φορέα.

Για τον λόγο αυτό, ο χρηματοδοτικός φορέας καλεί τον οφειλέτη αμελλητί, προκειμένου να συμφωνήσουν μία αμοιβαία αποδεκτή και βιώσιμη για τον οφειλέτη αναδιάρθρωση, η οποία θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη και σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, όπου αυτές είναι εφαρμοστέες. Ο οφειλέτης οφείλει να προσκομίσει τα δικαιολογητικά και τα έγγραφα που θα του ζητήσει ο χρηματοδοτικός φορέας εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Εφόσον ο χρηματοδοτικός φορέας προτείνει συμφωνία αναδιάρθρωσης, ο οφειλέτης οφείλει να την αποδεχθεί ή να την απορρίψει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την πρόταση.

Η διαδικασία αναδιάρθρωσης πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο εντός της προθεσμίας της παρ. 4. Εφόσον τα μέρη συμφωνήσουν στην αναδιάρθρωση, ο χρηματοδοτικός φορέας αποστέλλει σχετική ενημέρωση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και δηλώνει ότι η αναδιάρθρωση κρίνεται βιώσιμη και σύμφωνη με τα οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης αναδιάρθρωσης.

Η υπογραφή του οφειλέτη στη σύμβαση αναδιάρθρωσης συνεπάγεται την από μέρους του αποδοχή της βιωσιμότητάς της. Μετά την ενημέρωση της συμφωνίας για τη βιωσιμότητα της αναδιάρθρωσης , ο χρηματοδοτικός φορέας αποστέλλει στην ηλεκτρονική πλατφόρμα το ποσό της μηνιαίας δόσης, για να ξεκινήσει η καταβολή της συνεισφοράς του Δημοσίου. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία αναδιάρθρωσης ή σε περίπτωση που δεν υποβληθεί η δήλωση περί βιωσιμότητας μαζί με τη δήλωση περί επίτευξης συμφωνίας αναδιάρθρωσης, η διαδικασία διακόπτεται και η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα.

4. Η διαδικασία του παρόντος ολοκληρώνεται ως τις 31.12.2020 το αργότερο. Στην περ. γ) της παρ. 3, η συμφωνία αναδιάρθρωσης εναπόκειται στην ελεύθερη βούληση των μερών και στη σύμπτωση δηλώσεων βουλήσεως των δύο.

5. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων επιδεκτικών συνεισφοράς οφειλών, αποστέλλεται από τον χρηματοδοτικό φορέα η πληροφόρηση για καθεμία από αυτές. Δεδομένου ότι η συνεισφορά εγκρίνεται για το σύνολο των οφειλών ανά χρηματοδοτικό φορέα, για να ξεκινήσει η καταβολή της συνεισφοράς, πρέπει να ρυθμιστούν ή να εξυπηρετηθούν οι μη εξυπηρετούμενες οφειλές σε κάθε έναν από τους χρηματοδοτικούς φορείς χωριστά.

6. Για κάθε επιλέξιμη οφειλή, μία μόνο συνεισφορά μπορεί να καταβληθεί, ακόμη και αν για την ίδια οφειλή κατατεθούν περισσότερες από μία αιτήσεις από διαφορετικούς επιλέξιμους οφειλέτες.

7. Σε περίπτωση που σε επιλέξιμο οφειλέτη έχει ήδη χορηγηθεί αναστολή δόσεων σε οφειλές, σύμφωνα με το άρθρο πέμπτο και έβδομο της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 75), όπως κυρώθηκε με τον ν. 4684/2020 (Α΄ 86), για τις οποίες εγκρίνεται η συνεισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μπορεί, κατ’ επιλογή του οφειλέτη, είτε να διακοπεί η αναστολή και να εκκινήσει η καταβολή συνεισφοράς, είτε να εκκινήσει η καταβολή της συνεισφοράς μετά την ολοκλήρωση της χορηγηθείσας αναστολής.

Δεν μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον επιμήκυνση της ήδη χορηγηθείσας αναστολής σε επιλέξιμη οφειλή, μετά τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας της οφειλής. Σε κάθε περίπτωση, η συνεισφορά δεν μπορεί να χορηγηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εννέα (9) μηνών από τις 31.12.2020.

Άρθρο 77. Διαδικασία καταβολής συνεισφοράς του δημοσίου

1. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 76, η έγκριση καταβολής της συνεισφοράς γνωστοποιείται στα αρμόδια όργανα, προκειμένου να εκκινήσει η καταβολή. Για την έγκριση και καταβολή της συνεισφοράς δεν απαιτείται φορολογική ή ασφαλιστική ενημερότητα του οφειλέτη.

2. Η συνεισφορά του Δημοσίου καταβάλλεται στους ειδικούς και ακατάσχετους λογαριασμούς εξυπηρέτησης των οφειλών που έχουν αποσταλεί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Η συνεισφορά δεν κατάσχεται ούτε συμψηφίζεται. Οι λογαριασμοί πιστώνονται μόνο από το δημόσιο με το ποσό της συνεισφοράς και χρεώνονται μόνο για την πίστωση του λογαριασμού του δανείου. Η καταβολή της συνεισφοράς του Δημοσίου γίνεται σε μηνιαία βάση.

3. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων επιλέξιμων οφειλών για συνεισφορά του Δημοσίου, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία του άρθρου 76 για το σύνολο των οφειλών, προκειμένου να ξεκινήσει η καταβολή της συνεισφοράς.

4. Ακόμα και μετά την έναρξη καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, το Δημόσιο προβαίνει σε τακτικούς ή έκτακτους ελέγχους επί των αιτήσεων, προκειμένου να διαπιστώσει ότι οι οφειλές επί των οποίων καταβάλλεται η συνεισφορά είναι επιλέξιμες και ότι οι δικαιούχοι πληρούν το σύνολο των κατά περίπτωση τιθέμενων προϋποθέσεων κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η συνεισφορά καταβλήθηκε χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 80.

 

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων καθορίζονται η διαδικασία πληρωμής της συνεισφοράς του Δημοσίου, το όργανο που είναι αρμόδιο να αποφασίζει, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα σχετικά με τη συνεισφορά του Δημοσίου. Η απόφαση της παρούσας πρέπει να συμμορφώνεται προς την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί κρατικών ενισχύσεων.

Άρθρο 78. Ύψος συνεισφοράς του δημοσίου – Χρονικό διάστημα καταβολής

1. Η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται στα κατά περίπτωση αναφερόμενα ποσοστά και, με την επιφύλαξη της μη υπέρβασης των ορίων του εφαρμοστέου κατά περίπτωση Κανονισμού για ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, αναφορικά με επιχειρηματικές οφειλές φυσικών ή νομικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, καταβάλλεται ως εξής:

α) Για τα δάνεια της υποπερ. στα) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71:

αα) Για τους πρώτους τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. α) ή την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 76, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) επί της μηνιαίας δόσης.

αβ) Για τους επόμενους τρείς (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης.

αγ) Για τους τελευταίους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) επί της μηνιαίας δόσης.
Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. α) δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή.

β) Για τα δάνεια της υποπερ. στβ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71:

βα) Για τους πρώτους τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 76, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης.

ββ) Για τους επόμενους τρείς (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) επί της μηνιαίας δόσης.

βγ) Για τους τελευταίους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί της μηνιαίας δόσης.

Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. β΄ δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή.
γ) Για τα δάνεια της υποπερ. στγ΄ της περ. στ΄ της παρ. 4 του άρθρου 71:

γα) Για τους πρώτους τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 2 του άρθρου 76, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί της μηνιαίας δόσης.

γβ) Για τους επόμενους τρείς (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της μηνιαίας δόσης.

γγ) Για τους τελευταίους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) επί της μηνιαίας δόσης.
Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. γ) της παρούσας δεν μπορεί να ξεπεράσει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή.

2. Για δάνεια των οποίων η συμφωνηθείσα δόση δεν είναι καταβλητέα σε μηνιαία βάση, η συνεισφορά του Δημοσίου καλύπτει εννέα (9) μήνες από την έγκρισή της σύμφωνα με το άρθρο 76 και καταβάλλεται κατά τον χρόνο που η δόση είναι απαιτητή από τον χρηματοδοτικό φορέα.

Στην περίπτωση αυτή, η καταβλητέα δόση ανάγεται σε μηνιαία βάση, ώστε να υπολογιστούν τα ποσοστά και το ανώτατο ποσό της παρ. 1 και η συνεισφορά του Δημοσίου καταβάλλεται κατά τον χρόνο που είναι απαιτητή η δόση, μπορεί να καλύπτει περισσότερους μήνες και μπορεί να διαφοροποιείται κατά τη διάρκεια της συνεισφοράς. Σε κάθε περίπτωση, για τα δάνεια της παρούσας, το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι τόκοι, δεν υπερβαίνει τα όρια της παρ. 4 του άρθρου 71, ανά κατηγορία δανείων και ανά πιστωτή.

Άρθρο 79. Υποχρεώσεις οφειλέτη

1. Κατά τη διάρκεια της καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, ο οφειλέτης έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α) Καταβάλλει εμπρόθεσμα το ποσό της οφειλής που βαρύνει τον ίδιο. Εμπρόθεσμη θεωρείται η καταβολή που πραγματοποιείται το αργότερο κατά την καταληκτική ημερομηνία που έχει ορίσει ο χρηματοδοτικός φορέας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εμπρόθεσμη καταβολή, η καταβολή συνολικού ποσού έως εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

β) Παρέχει πρόσβαση στα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η επιλεξιμότητά του και παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούνται από το Δημόσιο κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των στοιχείων της αίτησής του.

2. α) Μετά την ολοκλήρωση της καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, ο οφειλέτης καταβάλλει τις δόσεις της οφειλής του προσηκόντως, κατά τον χρόνο που είναι καταβλητέες, καθ’ όλη τη διάρκεια παρακολούθησης, όπως καθορίζεται στην περ. β), μετά την λήξη της επιδότησης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί μη προσήκουσα καταβολή η μη καταβολή συνολικού ποσού έως εκατόν πενήντα (150) ευρώ.


β) Το χρονικό διάστημα της διάρκειας παρακολούθησης ανά κατηγορία έχει ως εξής:

βα) Για τα δάνεια της υποπερ. στα) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71, το χρονικό διάστημα παρακολούθησης είναι έξι (6) μήνες.

ββ) Για τα δάνεια της υποπερ. στβ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71, το χρονικό διάστημα παρακολούθησης είναι δώδεκα (12) μήνες.
βγ) Για τα δάνεια της υποπερ. στγ) της περ. στ) της παρ. 4 του άρθρου 71, το χρονικό διάστημα παρακολούθησης είναι δέκα οκτώ (18) μήνες.
βδ) Για δάνεια των οποίων η δόση δεν είναι σε μηνιαία βάση, σε οποιαδήποτε κατηγορία της παρ. 1 του άρθρου 71 και αν ανήκουν, το χρονικό διάστημα παρακολούθησης είναι δώδεκα (12) μήνες.

3. Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων των παρ. 1 και 2, ο οφειλέτης εκπίπτει από τη συνεισφορά του Δημοσίου, η συνεισφορά διακόπτεται για το μέλλον και ποσά που έχουν καταβληθεί αναζητούνται από τον οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 81. Ειδικά στην περίπτωση της παρ. 2, η έκπτωση επέρχεται αναδρομικά και το ποσό της συνεισφοράς αναζητείται στο σύνολό του.

Άρθρο 80. Διακοπή καταβολής συνεισφοράς δημοσίου

Η συνεισφορά του Δημοσίου διακόπτεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η αίτηση έχει εγκριθεί χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.
β) Σε περίπτωση θανάτου του αιτούντος.

γ) Σε περίπτωση κατά την οποία, κατόπιν τριών (3) διαδοχικών εντολών πίστωσης, δεν έχει καταστεί δυνατόν να πιστωθεί η συνεισφορά του Δημοσίου σε έναν τουλάχιστον τραπεζικό λογαριασμό.

δ) Σε περίπτωση που, κατόπιν του επανελέγχου, διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης της συνεισφοράς του Δημοσίου.

ε) Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερήσει την καταβολή του ποσού που βαρύνει τον ίδιο, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 79. Αν ο δικαιούχος δεν καταβάλει εγκαίρως το ποσό που βαρύνει τον ίδιο, ο θιγόμενος πιστωτής ενημερώνει την ηλεκτρονική πλατφόρμα, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, από την ημερομηνία κατά την οποία ο οφειλέτης καθυστέρησε την καταβολή του μέρους της οφειλής που βαρύνει τον ίδιο.

Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου, υποχρεούται να επιστρέψει στο Δημόσιο τα ποσά που αυτό κατέβαλε από τον χρόνο κατά τον οποίο ο πιστωτής όφειλε να είχε ενημερώσει το Δημόσιο.

στ) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 79.
ζ) Σε περίπτωση που αποδειχθεί με δημόσια έγγραφα ότι η αίτηση υπαγωγής είναι ψευδής και η ανακρίβεια επιδρά στην επιλεξιμότητα του αιτούντος.

Άρθρο 81. Αχρεωστήτως καταβληθέντα – Αναδρομικότητα πληρωμών

1. Σε περίπτωση έκπτωσης του οφειλέτη από τη συνεισφορά του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 79, τα καταβληθέντα ποσά της συνεισφοράς αναζητούνται, καταλογίζονται στον οφειλέτη και επιστρέφονται εντόκως με επιτόκιο δύο τοις εκατό (2%) από τον χρόνο καταβολής τους.

Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περ. ζ) του άρθρου 80, επιστρέφονται εντόκως με επιτόκιο πέντε τοις εκατό (5%) από τον χρόνο καταβολής τους. Για την ανάκτηση των ποσών εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στις παρ. 1 έως 6 του άρθρου 45 του ν. 4520/2018 (Α΄ 30). Σε περίπτωση μη οικειοθελούς επιστροφής τους, τα ποσά αυτά αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90).

2. Ειδικά για την περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων των κανονισμών ήσσονος σημασίας για τα επιχειρηματικά δάνεια, επιβάλλονται τόκοι για την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών από την ημερομηνία καταβολής τους και έως την επιστροφή τους, με βάση το επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (2008/C 14/06), εκτός αν συντρέχουν παράλληλα οι προϋποθέσεις της περ. ζ) του άρθρου 80, οπότε και εφαρμόζεται επιτόκιο πέντε τοις εκατό (5%), σύμφωνα με την παρ. 1.

3. Υπό την επιφύλαξη αυστηρότερων ποινών, που προβλέπονται στην κείμενη ποινική νομοθεσία, σε περίπτωση δήλωσης από τον αιτούντα ψευδών στοιχείων ή απόκρυψης αληθινών στην αίτηση υπαγωγής, με σκοπό την υπαγωγή του στον παρόντα νόμο, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 71 αυτού, καθώς και τον προσπορισμό περιουσιακού οφέλους από τη συνεισφορά του Δημοσίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 1599/1986 (75 Α΄). Σε κάθε περίπτωση, μετά από αυτεπάγγελτη ή κατόπιν αναφοράς έρευνα, τα σχετικά στοιχεία παραπέμπονται στον αρμόδιο εισαγγελέα για την εξέταση των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών των υπευθύνων.

Άρθρο 82. Παροχή στοιχείων

Το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής διοίκησης και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και οι χρηματοδοτικοί φορείς, παρέχουν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του άρθρου 74 όλα τα στοιχεία του παρόντος νόμου, από τα οποία προκύπτει η επιλεξιμότητα του οφειλέτη, καθώς και οι επιδεκτικές συνεισφοράς οφειλές.

Άρθρο 83. Διενέργεια ελέγχων

Κατά τη διάρκεια καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, καθώς και κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης της τήρησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 79, τα δεδομένα της αίτησής του, από τα οποία προκύπτει η επιλεξιμότητά του και η τήρηση των υποχρεώσεών του, μπορούν να διαβιβάζονται σε αρμόδιες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, προκειμένου να διενεργούνται έλεγχοι αναφορικά με την τήρηση των προϋποθέσεων και των υποχρεώσεων στο πλαίσιο του παρόντος.

Επικοινωνήστε μαζί μας

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία  για και τις προϋποθέσεις που έχει Η αίτηση για επιδότηση δανείου πρώτης κατοικίας λόγω covid – 19  ή για εξεύρεση εναλλακτικού τρόπου ρύθμισης των οφειλών σαςμπορείτε να απευθύνεστε στα δικηγορικό μας γραφεία στα παρακάτω τηλέφωνα.

 

Θεσσαλονίκη: 2310 500 442

Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200

Αθήνα: 210 9585365

(Ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:30-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης)

Διαβάστε δικαστικές αποφάσεις των γραφείων μας για διαγραφή οφειλών προς τράπεζες

Μενού
Call Now Button
Shares
Scroll Up