ONLINE ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Δικαστική προστασία εγγυητών – Ακύρωση παράνομων και καταχρηστικών όρων δανείων

Δικαστική προστασία εγγυητών – Ακύρωση παράνομων και καταχρηστικών όρων δανείων 

Ο έλεγχος τραπεζικών συμβατικών όρων ως ένα ουσιαστικό εργαλείο άμυνας για τους εγγυητές

Απόφαση 175/2026 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Δικαστική προστασία εγγυητών / Ακύρωση παράνομων και καταχρηστικών όρων δανείων

Η υπ’ αριθμόν 175/2026 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί σημαντική δικαστική επιτυχία για τους εγγυητές τραπεζικών συμβάσεων, καθώς επιβεβαιώνει ότι η ανάληψη εγγυητικής ευθύνης δεν αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο του περιεχομένου της σύμβασης και των όρων που διέπουν την ευθύνη τους.

Με την εν λόγω απόφαση  αναδεικνύεται η δυνατότητα του εγγυητή να προβάλει ουσιαστικούς ισχυρισμούς άμυνας έναντι τραπεζικών απαιτήσεων, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα εγκυρότητας συμβατικών όρων, καταχρηστικότητας ή υπέρμετρης επιβάρυνσης με αδιαφανείς όρους τοκογονίας.

 

Δικηγόρος που παραστάθηκε:

Μιχαήλ Ζηδιανάκης,

Επικεφαλής e-Νομικά

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,

Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης

Μ.Δ.Ε Α.Π.Θ.

 

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η διαφορά προέκυψε από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό αρχικού ύψους 400.000€ , η οποία είχε συναφθεί μεταξύ τραπεζικού ιδρύματος και πιστούχου εταιρείας, με την ενάγουσα να συμμετέχει στη σύμβαση ως εγγυήτρια.

Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συμβατικής σχέσης είχαν υπογραφεί πρόσθετες πράξεις τροποποίησης της σύμβασης, ενώ προς εξυπηρέτηση της πίστωσης λειτουργούσε αντίστοιχος λογαριασμός. Η εγγυήτρια υποστήριξε ότι δεν είχε πλήρη γνώση του περιεχομένου των συμβατικών όρων, ότι ορισμένοι όροι ήταν αντίθετοι στις διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή και ότι η τράπεζα είχε επιβάλει προδιατυπωμένους όρους που δημιουργούσαν σημαντική ανισορροπία σε βάρος της.

Ειδικότερα, προβλήθηκαν ισχυρισμοί σχετικά με όρους που αφορούσαν την έκταση της ευθύνης του εγγυητή, τραπεζικές επιβαρύνσεις και μετακύλιση κόστους, με επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ και ιδίως περί του παράνομου, αδιαφανούς και καταχρηστικού τρόπου υπολογισμού της οφειλής με βάση το έτος 360 ημερών, ο οποίος οδήγησε σε πρόσθετη επιβάρυνση  της εγγυήτριας με τόκους.

 

Η κρίση του δικαστηρίου

  • αναγνωρίζει ότι η ευθύνη του εγγυητή δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από το πραγματικό περιεχόμενο της σύμβασης,
  • επιβεβαιώνει ότι οι τραπεζικοί όροι υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ως προς τη σαφήνεια, τη διαφάνεια και την τυχόν καταχρηστικότητά τους,
  • προστατεύει τον εγγυητή από την άκριτη αποδοχή κάθε συμβατικού όρου που έχει τεθεί σε προδιατυπωμένο τραπεζικό κείμενο,
  • αναδεικνύει ότι η ιδιότητα του εγγυητή δεν συνεπάγεται αυτομάτως απεριόριστη ή ανεξέλεγκτη ευθύνη.

 

Η πρακτική σημασία της απόφασης για τον οφειλέτη και τον εγγυητή

Η κρίση του Δικαστηρίου παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αναγνώριση της ακυρότητας ή μη εφαρμογής καταχρηστικού συμβατικού όρου δεν αποτελεί απλώς μία θεωρητική νομική παραδοχή, αλλά συνιστά ουσιαστικό μέσο άμυνας του οφειλέτη και του εγγυητή έναντι της απαίτησης του πιστωτικού ιδρύματος.

Ειδικότερα:

  • η αμφισβήτηση και ακύρωση όρων που επιβαρύνουν υπέρμετρα τον οφειλέτη αλλά και τον εγγυητή μπορεί να περιορίσει τη βάση και την έκταση της προβαλλόμενης απαίτησης,
  • παρέχει στον οφειλέτη και τον εγγυητή δανείου τη δυνατότητα να προβάλλει ουσιαστικές αντιρρήσεις απέναντι στις τραπεζικές αξιώσεις,
  • λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας απέναντι σε άμεσες ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης,
  • προσφέρει πολύτιμο χρόνο στον οφειλέτη και τον εγγυητή για τη δικαστική προάσπιση των δικαιωμάτων τους, την επανεξέταση και αμφισβήτηση του ύψους της οφειλής και την αναζήτηση πρόσφορων λύσεων.

 

Με τον τρόπο αυτό, η δικαστική κρίση αναδεικνύει ότι ο έλεγχος των τραπεζικών συμβατικών όρων αποτελεί ένα ουσιαστικό εργαλείο άμυνας για όσους καλούνται να αντιμετωπίσουν απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων ή εγγυήσεων.

 

Παρατίθεται απόσπασμα από κείμενο της επίμαχης απόφασης που έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή μας:

Αριθμός Απόφασης 175/2026

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τις Δικαστές…

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ………….για την οποία προκατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, Μιχαήλ Ζηδιανάκης

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρείας με την

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από //.//.2024 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……2024 προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο … (ΠOΛ) με αριθμό 7.

Η συζήτηση της παραπάνω υπόθεσης έλαβε χώρα χωρίς να είναι αναγκαία η παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, κατ’ άρθρο 237 παρ. 6 προτελ. εδάφ. ΚΠολΔ., όπως ισχύει.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1./ Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 ΑΚ, 47 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 και 112 ΕισΝΑΚ προκύπτει, ότι ο εγγυητής του δανειστή, για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη, του καταλοίπου, που θα προέλθει από την λειτουργία σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης, μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται ως ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος, με την ιδιότητα του εγγυητή, στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις, όμως του ποσού της αρχικής σύμβασης ή και των πρόσθετων, στην συνέχεια, όλων ή μερικών συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 254/2018, ΑΠ 1229/2007).

Ωστόσο ο εγγυητής ευθύνεται για το προαναφερόμενο κατάλοιπο, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στον προμνημονευόμενο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύησή του απαιτήσεις, και είναι πιθανόν με τις καταβολές του πρωτοφειλέτη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού να έχουν υπερκαλυφθεί οι ασφαλιζόμενες απαιτήσεις. Τούτο δε διότι, ούτε η είσοδος και παραμονή μέχρι τέλους στο λογαριασμό μη αρχικώς ασφαλιζομένων με την εγγύηση απαιτήσεων, ούτε η τυχόν κατά τη λειτουργία του ισοσκέλιση του λογαριασμού, επηρεάζουν την ευθύνη του εγγυητή για το κατάλοιπο, εκτός αν η πιστώτρια τήρησε, κατά τη συμφωνία των μερών, χωριστό λογαριασμό για τις εγγυημένες απαιτήσεις και χωριστό για τις μη εγγυημένες, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για το οριστικό κατάλοιπο του λογαριασμού στον οποίο έχουν υπαχθεί οι καλυπτόμενες με την εγγύηση απαιτήσεις (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1790/2008, ΑΠ 1458/2006).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η εγγύηση στην περίπτωση του ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, μπορεί, ενόψει της πιο πάνω διακριτής θέσης σύμβασης ανοίγματος πίστωσης και αλληλόχρεου λογαριασμού, να αναφέρεται, σύμφωνα με σχετικό όρο, είτε στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή στο κατάλοιπο αυτού, για το οποίο ο εγγυητής ευθύνεται, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύηση του απαιτήσεις, είτε στη βασική σύμβαση παροχής πίστωσης, που αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο γέννησης των απαιτήσεων, οπότε γεννιέται ευθύνη του εγγυητή, μέχρι του ύψους βέβαια της παρασχεθείσας εγγύησης, για την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε ποσού που οφείλεται από τον πιστούχο κατά τους όρους της βασικής σύμβασης και πηγάζει από αυτή (ΑΠ 87/2025, ΑΠ 1553/2022, ΑΠ 1229/2007, ΑΠ 1790/2008).

2./ Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έγερση αναγνωριστικής αγωγής είναι δύο, αφενός μεν η ύπαρξη έννομης σχέσης και αφετέρου η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ’ αυτής εκδοθησόμενης απόφασης, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 508/2013 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος).

Δεν αποτελεί έννομη σχέση, υπό την άνω έννοια, η βεβαίωση απλών πραγματικών γεγονότων, η διαπίστωση νομικών γεγονότων και ο νομικός τους χαρακτηρισμός, όπως και η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων, χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται δια της αγωγής η προστασία (ΑΠ 134/2015 ΤΝΠ Νόμος). Από την ίδια ως άνω διάταξη συνάγεται, ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται, όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ’ αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.

Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικά την έννομη σχέση, αλλά μόνο μεμονωμένα στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου, και, άρα, μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, γιατί πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης σχέσης (ΑΠ 134/2015 ό.π.).

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, όπως μιας άκυρης δικαιοπραξίας, προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντος και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες.

Ο κίνδυνος, δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος την με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής προστασία, μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα, όμως, του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο (ΑΠ 974/2017, ΑΠ 1551/2010 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος).

Τέλος, η συνδρομή του άμεσου συμφέροντος, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθεται στο δικόγραφό της κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ήτοι με επίκληση από τον ενάγοντα των γεγονότων, που το εξειδικεύουν, διαφορετικά η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΑΠ 1877/2014, ΕφΛαμ 24/2015, ΠΠΑθ 623/2016 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος), η έλλειψη, δε, αυτή, ως αναγόμενη στην προδικασία, εξετάζεται από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, διότι ανάγεται στη δημόσια τάξη και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθ. 111 παρ. 2,  118 αρ. 4 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 2004.84, ΑΠ 762/2000 ΕλλΔνη 42, 142).

 

3./ Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ του ν.2551/1994 «προστασία καταναλωτών», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δράστηριότητάς του. Υπό την έννοια αυτή καταναλωτής θεωρείται και ο έμπορος που λαμβάνει πίστωση από τράπεζα για να καλύψει τις χρηματικές ανάγκες του ως τελικός αποδέκτης υπηρεσιών για να τις καταναλώσει και όχι να τις προσφέρει περαιτέρω με αντάλλαγμα και όταν συνάπτει συναλλαγές που είναι βοηθητικές για τη συγκεκριμένη εμπορική του δραστηριότητα.

 Επίσης και ο εγγυητής υπέρ πιστούχου και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης (παραιτούμενος των ενστάσεων), ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης και εφόσον βέβαια η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη (ΟλΑΠ13/2015 ΧρΙΔ20Ι5/675, ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 368/2019 ΤΝΠΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, για να υπάρξει κατά το ν.2551/Ι994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (Γ.Ο.Σ.), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα «την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή».

Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν.255Ι/Ι994 (ΟλΑΠ 4/2019 ΧρΙΔ 2019. 522). Η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση πιστώσεως δι ‘ ανοικτού λογαριασμού μεταξύ Τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από την ένσταση διζήσεως και τα λοιπά δικαιώματα που επιφυλάσσουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 του ΑΚ υπέρ αυτού, είναι έγκυρη, ως σύμφωνη με τα χρηστά ήθη, δικαιοπραξία, χωρίς να συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της βούλησης του παραιτούμενου συμβαλλόμενου, υπό τον όρο ότι η παραίτηση περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο της διάταξης του άρθρου 849 ΑΚ. Προκειμένου δε να προσλάβει μία παραίτηση στοιχεία καταχρηστικότητας, σε σχέση με την εκμετάλλευση από τον αντισυμβαλλόμενο της ασθενέστερης θέσης του παραιτούμενου εγγυητή, απαιτείται η επίκληση από τον τελευταίο πρόσθετων περιστατικών δυνάμενων να προσδώσουν στην δήλωση βουλήσεως περί παραίτησης τέτοια μορφή.

Κατά συνέπεια, ο όρος της παραίτησης του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως και τα λοιπά δικαιώματα που επιφυλάσσουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 του ΑΚ υπέρ αυτού, δεν ελέγχεται ως παράνομος και καταχρηστικός λόγω πρόδηλης αντίθεσής του στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν.2551/1994, καθώς θεωρείται καταρχήν ότι δεν επιφέρει διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του εγγυητή, εφόσον έχει διατυπωθεί σαφώς (ΕφΑΘ 3096/2024, ΕφΑΘ 2274/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) .

4.1 Ακόμα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου Ι του ν. 128/1975 «επιβάλλεται από του έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τράπεζας της Ελλάδος υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού (…)». Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης προκύπτει, ότι με αυτή ορίζεται η επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς, όμως, να θεσπίζεται κανόνας απαγόρευσης μετακύλισης της σε τρίτο.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της Εθνικής Οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο, που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά, είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Σε καθεστώς ελευθέρου προσδιορισμού των επιτοκίων, άλλωστε, η θέσπιση αυτού του είδους της απαγόρευσης μετακύλισης δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος, γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των δανείων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου, που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη δανειακή σύμβαση. Τότε, όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η εν λόγω διάταξη, θα εξαρτιόταν από το αν θα αναφερόταν στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά ή όχι. Αλλά και αν η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 του ΑΚ, είχε ως συνέπεια την αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου, πέραν του προβλεπόμενου ανώτατου ορίου κατά το ποσοστό της εισφοράς, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη, που θα όριζε ανώτατο όριο επιτοκίου.

Συμπερασματικά, προκύπτει, ότι από τον ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά, ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η μετακύλιση της εισφοράς, που θεσπίζεται με τον νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου, στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ Κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση.

Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/75 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ’ άρθρο 174 του ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται, δε, στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση, που στη δανειακή σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη και η εν λόγω εισφορά, εφόσον αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, νόμιμα ανατοκίζεται (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005, ΕφΠατρ 58/2021, ΕφΔυτΜακ 19/2020, ΕφΑΘ 123/2020, ΕφΠατρ 135/2019, ΕφΘεσ 2256/2018, ΜονΕφΘεσ 1635/2020 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος).

5./ Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.2.1998, «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη», το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ’ αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ’ αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/ 11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά, αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ. 1 περ. στ’ της οποίας ορίζεται, ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου, που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2008 «για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, «η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου».

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και «οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ», ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως “καταναλωτής” θεωρείται «κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του».

Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση ΦΙ-983/1991 (ΦΕΚ 172 Β’), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ1 5353/1994 (ΦΕΚ 947 B’) και Ζ1-178/2001 (ΦΕΚ 255 B’). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση, μάλιστα, οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά.

Περαιτέρω, ο ΓΟΣ, που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, Ιδίως όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ’ απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον – όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών – για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση, να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, Ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε, το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ’ επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23.6.2010 των Υπουργών Οικονομικών – Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας – Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση, που δείχνει τη σημασία, που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου.

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την αριθμό 30/14.2.2000 (ΦΕΚ Α’ 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής  σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών, ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου, ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ, επί τη βάση των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, 430/2005 δημ/νες στην ΤΝΠΝόμος).

6./ Ακόμα, κατά τα άρθρα 140 και 141 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Η πλάνη αυτή δύναται να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματική κατάσταση προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 110/2019, ΑΠ 1655/2012, NOMOS).

Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει από τον νόμο ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ Ι 10/2019, ΑΠ 80/2007, NOMOS). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ το δικαίωμα για ακύρωση αδικοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ. ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ), στην περίπτωση, όμως, που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επόμενη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή την παύση της απειλής. Κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, αφού η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη, εφόσον δε από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από τον νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί (ΑΠ 654/2011, NOMOS).

7./ Δυνάμει του άρθρου 178 ΑΚ, δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, είναι άκυρη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του, κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, ήτοι όχι μεμονωμένα από την αιτία, που ώθησε τους συμβαλλομένους να την καταρτίσουν ή τον σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Τα αίτια, που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ’ εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακύρωσης αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Επομένως, τα περιστατικά, που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή) και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην κατ’ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ’ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 379/2017 και ΕφΠατρ 400/2021 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος).

Σύμφωνα, περαιτέρω, με το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο συνιστά ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 ΑΚ «άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή».

Για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και, άρα, άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα τρία στοιχεία: α) προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στην παροχή και την αντιπαροχή κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, β) ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σ’ αυτόν ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και, με τον κατάλληλο χειρισμό, επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 του ΑΚ (ΑΠ 904/2019, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 1470/2014 και ΑΠ 2095/2009 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος), χωρίς, όμως, να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίσς, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ’αυτήν ανήθικο χαρακτήρα (ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 379/2017, ΑΠ 834/2011, ΑΠ 2095/2009, ΕφΠατρ 400/2021 και ΕφΔωδ 116/2012 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος).

Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς λόγου ακυρότητας κατ’ άρθρο 178 ΑΚ προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρ. 179 ΑΚ, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρ. 178 ΑΚ (ΑΠ 347/2020, ΑΠ 834/201 και ΑΠ 2095/2009 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος). Η δυσαναλογία, δε, μεταξύ παροχής και αντιπαροχής χαρακτηρίζεται φανερή, όταν υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, υπερβαίνοντας το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας εκ των συμβαλλομένων κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της, επί τη βάσει του περιεχομένου, του σκοπού της και της αξίας των εκατέρωθεν παροχών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών (ΑΠ 904/2019, ΑΠ 1674/2018, ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 1470/2014 και ΑΠ 2095/2009 δημ/νες στην ΤΝΠ Νόμος). Η ως άνω ακυρότητα χωρεί ipso iure και δεν απαιτείται παρεμβολή δικαστικής απόφασης.

Δεν αποκλείεται, όμως, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον, να ασκήσει σχετική αναγνωριστική αγωγή, για το ορισμένο της οποίας αναγκαία στοιχεία είναι η κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η αξία παροχής και ωφελημάτων και η δυσαναλογία αυτών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, καθώς και η έκθεση περιστατικών, που συγκροτούν μια (ή και όλες) από τις αντικειμενικές προϋποθέσεις (απειρία, κουφότητα, ανάγκη) και την υποκειμενική προϋπόθεση της εκμετάλλευσης (ΕφΠατρ 48/2021 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 379/2018 δημ/νη στην ιστοσελίδα του Πρωτοδικείου Πειραιά, ΕφΠειρ 557/2015 και ΕφΔωδ 116/2012 δημινες στην ΤΝΠΝόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει, ότι, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Α.Ε.» και της εταιρείας με την επωνυμία ………. συνήφθη η με αριθμ. ………. σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η τράπεζα χορήγησε στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία πίστωση ποσού 400.000,00 ευρώ, και στην οποία συμβλήθηκαν ως εγγυητές ο σύζυγός της, ………… και η ίδια, προκειμένου να τον βοηθήσει να διατηρήσει τη ρευστότητα της εταιρείας του.

Ότι την ….2008 υπεγράφη Πρόσθετη Πράξη αλλαγής επιτοκίου της ανωτέρω συμβάσεως, την οποία υπέγραψε και η ενάγουσα, πλην όμως ουδέποτε μετέβη προς τούτο στην Τράπεζα, καθώς η υπογραφή της τέθηκε από την ίδια στην οικία της, κατόπιν προτροπής του συζύγου της, και ότι στη συνέχεια υπεγράφησαν η από 01.11.2010 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της αρχικής και η από 29.09.2020 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής, τις οποίες ουδέποτε υπέγραψε.

Ότι, δοθέντος ότι δεν έγινε εμπρόθεσμη και τακτική εξυπηρέτηση της πίστωσης και μετά την ανωτέρω πράξη ρύθμισης, η εναγόμενη προέβη στις ….2023 στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών της πίστωσης και στην καταγγελία της σύμβασης, καλώντας τους να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 260.782,29 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, και ότι κατόπιν αιτήσεώς της, εξεδόθη σε βάρος τους η με αριθμ. ……./2023 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κοινοποιήθηκε στις ….2023 μόνο στην πιστούχο εταιρεία και στον εγγυητή, σύζυγό της ενάγουσας, και ότι στις ….2024 η εναγόμενη επέδωσε αυτήν (διαταγή πληρωμής) μετά των από …..2024 επιταγών προς πληρωμή, για δεύτερη φορά, οπότε ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσοιλονίκης η ………. ανακοπή, στην οποία συμπεριελήφθη και η ενάγουσα από τον σύζυγό της, εν αγνοία της.

Ότι η ίδια, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, έως και το 2019 (12 έτη), ουδέποτε οχλήθηκε ή ενημερώθηκε σχετικά από την Τράπεζα για την εξυπηρέτηση του δανείου, η ίδια δε, που κατόπιν διαβεβαιώσεων του συζύγου της ήταν πεπεισμένη ότι ουδεμία οφειλή υφίστατο, ενημερώθηκε πριν οιπό περίπου πέντε έτη, κατόπιν πρωτοβουλίας της, για την ύπαρξη οφειλής, για το ότι ενέχεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την αποπληρωμή αυτής, για την υπογραφή των ως άνω Πρόσθετων Πράξεων, καθώς και για τις περαιτέρω ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ότι με την πιο πάνω αναφερόμενη από …..2020 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής, που δεν υπεγράφη από την ενάγουσα, καταρτίσθηκε νέα – τελείως διαφορετική από εκείνη του αλληλόχρεου λογαριασμού – σύμβαση χρεωλυτικού δανείου, για την οποία τηρήθηκε ο στο δικόγραφο αναφερόμενος δανειακός λογαριασμός, για την αποπληρωμή του οποίου (δανείου) ουδόλως εγγυήθηκε, με συνέπεια να έχει ελευθερωθεί κατ’ άρθρο 864 Α.Κ. από τη σύμβαση εγγύησης, αφού έχει παύσει πλέον η αρχική σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, για την οποία αποκλειστικά εγγυήθηκε.

Ότι οι περιεχόμενοι στη με αριθμ. …….. σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό όροι, που συνιστούν ΓΟΣ, κατά την έννοια του ν. 2251/1994, τυγχάνουν άκυροι και, ειδικότερα: 1./ οι όροι, που αναφέρονται στην εγγύηση και δη ο όρος 13.1 της σύμβασης που προβλέπει ότι : «ο Εγγυητής δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα ότι α) εγγυάται προς την Τράπεζα την πιστή, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική, κατά το χρεωστικό υπόλοιπο της Πίστωσης, τους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας), την εισφορά του Ν. 128/75, όπως ισχύει, τα έξοδα όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 12 της παρούσας, εξόφληση κάθε απαίτησης της από την Πίστωση και εν γένει την εκπλήρωση από τον Πιστούχο όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα σύμβαση και ενέχεται εις ολόκληρον μαζί με τον Πιστούχο ως αυτοφειλέτης, β) ότι παραιτείται από το δικαίωμά του να αρνηθεί καταβολή μέχρι να επιχειρηθεί άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση κατά του Πιστούχου (ένσταση δίζησης αρθρ. 855 ΑΚ), γ) ότι δεν μπορεί να προτείνει κατά της Τράπεζας τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του Πιστούχου, εάν αυτός παραιτήθηκε οποτεδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο από αυτές, εκτός εάν η παραίτηση οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, δ) ότι δεσμεύεται από κάθε αναγνώριση και παράταση εξόφλησης (οιασδήποτε μορφής είτε εξωδίκου είτε δικαστικής) της οφειλής από τον Πιστούχο προς την Τράπεζα, καθώς επίσης και από το δεδικασμένο υπέρ της Τράπεζας κατά του Πιστούχου, ε) ότι έλαβε πλήρη γνώση όλον των όρων της σύμβασης Πίστωσης, τους οποίους κατανόησε πλήρως.», ο όρος 13.2 αυτής που προβλέπει ότι: «Σε περίπτωση καθυστέρησης του Εγγυητή να ανταποκριθεί στις από την παρούσα εγγύηση υποχρεώσεις του μετά από σχετική πρόσκληση της Τράπεζας, αυτή δύναται να αναθέσει την είσπραξη των οφειλομένων για τα οποία εγγυήθηκε σε τρίτα φυσικά πρόσωπα και να τον επιβαρύνει με το σύνολο των εξόδων και αμοιβών δικηγόρων, δικαστικών επιμελητών κλπ, όπως κατ’ ελάχιστο ορίζονται στον νόμο, αποφάσεις Δικηγορικών Συλλόγων κλπ για την εξώδικη και δικαστική επιδίωξη της είσπραξης των οφειλομένων συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων αναγκαστικής εκτέλεσης.», και ο όρος 13.4 που ορίζει: «Ο Εγγυητής αναλαμβάνει και όλες τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ο Πιστούχος παραπάνω στα άρθρα 10.1 και 10.2», όροι που την «αναγκάζουν» να παραιτηθεί από όλα τα νόμιμα δικαιώματά της και οποιαδήποτε εξασφάλιση ή προστασία της παρέχει ο νόμος, ως αντίθετοι στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 περιπτ. κδ’ και κστ’ του ν. 2251/1994 και 281 Α.Κ., 2./ οι όροι που αναφέρονται στις τραπεζικές επιβαρύνσεις, και δη ο όρος 12, ο οποίος προβλέπει ότι : « 1. Ο πιστούχος βαρύνεται με ποσό ευρώ 200,00 που αποτελεί τη δαπάνη αξιολόγησης του δανειακού του αιτήματος και προέγκρισής του-, 2. Ρητά συμφωνείται ότι τον Πιστούχο βαρύνουν αποκλειστικά όλες οι σχετικές με την παρούσα σύμβαση δαπάνες (αμοιβές, τέλη, δικαστικά ή άλλα έξοδα).

Ειδικότερα τον βαρύνουν η δαπάνη νομικού και τεχνικού ελέγχου και εκτίμησης του υπό προσημείωση ακινήτου, η δαπάνη για την εγγραφή προσημείωσης και τυχόν τροπή της σε υποθήκη, και την εξάλειψη αυτών, η δαπάνη ενεχυράσεων, εκχωρήσεων και λοιπών εξασφαλίσεων, η δαπάνη λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να επιτευχθεί η ολοσχερής εξόφληση του καταλοίπου, τα καταβληθέντα τυχόν ασφάλιστρα και κάθε άλλο έξοδο, επιβάρυνση, αμοιβή, φόρος και εισφορά (όπως ενδεικτικά η εισφορά του Ν. 128/1975, όπως εκάστοτε ισχύει), με μόνη εξαίρεση το φόρο εισοδήματος της Τράπεζας από τους εισπραττόμενους τόκους. Σε περίπτωση που οι δαπάνες αυτές καταβληθούν από την Τράπεζα καταλογίζονται σε βάρος του Πιστούχου έντοκα σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της παρούσας, 12.3. Οι δαπάνες που επιβαρύνουν τον Πιστούχο για υπηρεσίες που παρέχονται προς αυτόν στα πλαίσια της παρούσας (εφόσον κάνει χρήση αυτών) αναφέρονται στον πίνακα τιμολογιακής πολιτικής τον οποίον ο Πιστούχος παρέλαβε, αναγνωρίζει δε τις αυτές ως νόμιμες και εύλογες. Έχοντας υπόψη ότι η παρούσα Σύμβαση έχει αόριστη διάρκεια, η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει το ύψος των παραπάνω δαπανών ή και να συμπληρώσει αυτές για σπουδαίο λόγο. Κριτήρια αναπροσαρμογής ενδεικτικά αποτελούν η κατά 100% διακύμανση του πληθωρισμού και του κόστους εργασίας, ο αναλαμβανόμενος ειδικός και γενικός κίνδυνος και συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού. 12.4. Ο Πιστούχος εξουσιοδοτεί με την παρούσα την Τράπεζα ανέκκλητα (αφού η εξουσιοδότηση αφορά στο συμφέρον αμφότερων των συμβαλλομένων) να φέρει σε χρέωση του Λογαριασμού της Πίστωσης όλα τα παραπάνω υπό 12.1, 12.2 και 12.3 ποσά», ως αντίθετοι στις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 281Α.Κ., ως και στην απορρέουσα από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 αρχή της διαφάνειας, 3./ ο όρος, βάσει του οποίου το επιτόκιο υπολογίζεται με βάση έτος 360 ημερών και δη ο όρος 3.4 της συμβάσεως που προβλέπει ότι «οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως χρεωστικού υπολοίπου, με βάση έτος 360 ημερών και του πράγματι παρελθόντος χρόνου», ως αντίθετοι στην αρχή της διαφάνειας, αφού ο δανειολήπτης δεν ενημερώνεται για το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο, όπως θα έπρεπε να προσδιορίζεται κατά το άρθρο 243 παρ. 3 ΑΚ, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται ανεπίτρεπτα με πρόσθετους τόκους, χωρίς η επιπλέον αυτή επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί από κάποιον εύλογο για τον καταναλωτή λόγο ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, 4./ οι όροι των συμβάσεων, που αναφέρονται στη συμβατική μετακύλιση στην ενάγουσα της εισφοράς του ν. 128/75, μέσω του συνυπολογισμού της στο συμβατικό επιτόκιο, γεγονός, που οδηγεί σε εκτοκισμό και ανατοκισμό της, παρότι ο νόμος επιτρέπει τον ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων μόνο και όχι των φόρων, εισφορών και άλλων προμηθειών ή εξόδων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.

Ότι, της ακυρότητας των άνω συμβατικών όρων, που καθιστούν άκυρες τις συμβάσεις στο σύνολό τους, κατ’ άρθρο 181 ΑΚ, θα πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα αυτών (των συμβάσεων).

Ότι η ενάγουσα πλανήθηκε, αφού χωρίς υπαιτιότητά της είχε την πεποίθηση ότι η εγγύηση που έδωσε αφορούσε μόνο το συγκεκριμένο ποσό, μετά την εξόφληση του οποίου ελευθερώνεται από οποιαδήποτε υποχρέωσή του από την τράπεζα, και ότι σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε ότι ευθύνεται ως αυτοφειλέτης και ότι ευθύνεται εις ολόκληρον, πλάνη που συνεχίσθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών, μέχρι και την ενημέρωσή του από την Τράπεζα, προς πέντε ετών.

Ότι η Τράπεζα εκμεταλλεύτηκε, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, την απειρία και την κουφότητα της ενάγουσας στις συναλλαγές, γεγονός, που είχε ως αποτέλεσμα την προφανή δυσαναλογία παροχής — αντιπαροχής, παρέθεσε δε σε αυτήν δολίως, σε βάρος της και προς όφελός της ένα προδιατυπωμένο κείμενο, με άγνωστους σε αυτήν όρους, για να αποκομίσει το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και, συνεπώς, θα πρέπει να αναγνωριστούν ως άκυρες οι ένδικες συμβάσεις για τον λόγο αυτό. Τέλος, ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυήτρια τις πρόσθετες πράξεις της σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με εξαίρεση τη πρώτη, από ….2008, πρόσθετη πράξη, και γι’ αυτό τον λόγο η παρασχεθείσα από αυτήν εγγύηση είναι άκυρη.

Με βάση, δε, το ιστορικό αυτό, όπως εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο το σύνολο του περιεχομένου και των αιτημάτων της κρινόμενης αγωγής, ζητεί, : 1. Να αναγνωριστεί ότι έχει ελευθερωθεί κατ’ άρθρο 864 Α.Κ., λόγω απόσβεσης της κύριας ενοχής με ανανέωση [όπως το αίτημα συνάγεται από το περιεχόμενο όλου του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (ΑΠ 406/2021, ΑΠ 941/2017, ΑΠ 835/2009, ΑΠ 403/2002, ΑΠ 1786/2002 δημ. σε ΤΝΠ Νόμος)], 2. Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της παρασχεθείσας από την ενάγουσα εγγύησης, 3. Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των προαναφερθέντων υπό στοιχείο Ι έως και 4 συμβατικών όρων της ένδικης σύμβασης και, τέλος, 4. να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή, α) για το υποστατό της οποίας αντίγραφό της επιδόθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στην εναγομένη (βλ. τη με αριθμό ……… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών,) και β) για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας τηρήθηκε η κατά τις διατάξεις του ν. 4640/2019 προδικασία περί διαμεσολάβησης (βλ. σχετικά το κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 του v. 4640/2019 από …..2024 ενημερωτικό έγγραφο, που υπογράφεται από την ενάγουσα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και το κατ’ άρθρ. 6 και 7 του ίδιου νόμου από ….2024 πρακτικό περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης, υπογεγραμμένο από την ορισθείσα διαμεσολαβήτρια και όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία, εκ του οποίου προκύπτει ότι η ΥΑΣ πραγματοποιήθηκε στις …2024, σημειωμένου, ότι η κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμία κατάθεσης προτάσεων εκ μέρους των διαδίκων ανεστάλη κατά το διάστημα από τη γνωστοποίηση της διαμεσολαβήτριας προς τα μέρη περί διεξαγωγής της ΥΑΣ στις …..2024 μέχρι τη σύνταξη του πρακτικού περάτωσης ΥΑΣ στις …..2024, κατ’ άρθρο 9 παρ. 1 και3 του ν. 4640/2019), αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του  παρόντος Δικαστηρίου, που τυγχάνει καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθ. 18, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία.

………. Συνακόλουθα των ανωτέρω, η αγωγή θα πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ως προς τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνώρισης της κατ’ άρθρο 864 Α.Κ. ελευθερώσεως της ενάγουσας από την παρασχεθείσα από αυτήν εγγύηση λόγω απόσβεσης της κύριας ενοχής με ανανέωση, καθώς και περί αναγνώρισης της ακυρότητας του υπό στοιχεία 3.4 συμβατικού όρου, που αναφέρεται στον υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, καθώς και ως προς το παρεπόμενο αίτημα περί κατανομής των δικαστικών εξόδων, τα οποία τυγχάνουν νόμιμα, ερειδόμενα στις διατάξεις των άρθρων 281, 436, 438, 864, 1,2 του v. 2251/1994 και 70, 176, 189 παρ. Ι, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμό …… σύμβασης πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα ….. Α.Ε.» χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία ……. πίστωση ποσού 400.000,00 ευρώ, όπως η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε ως προς τις διατάξεις που αφορούν το επιτόκιο με τις από ……2008 και από ……2010 πρόσθετες πράξεις.

Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω σύμβασης λειτούργησε ο με αριθμό …………..λογαριασμός και ως εγγυητές στη σύμβαση αυτή συνυπέγραψαν η ενάγουσα, και ο σύζυγός της και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, ……….. Στη συνέχεια, την ….2020 υπεγράφη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα ….. Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο ….», καθολικής διαδόχου της ανωτέρω Τράπεζας, και της πιστούχου εταιρείας πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής, απορρέουσας από την προαναφερθείσα με αριθμ. …………. σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις της, την οποία συνυπέγραψαν τόσο ……, όσο και η ενάγουσα, αμφότεροι οι τελευταίοι με την αυτή εγγυητική τους ιδιότητα, απορριπτομένων των όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η ενάγουσα, ήτοι ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε την ανωτέρω σύμβαση.

Τούτο δοθέντος ότι από την επισκόπηση της ανωτέρω πρόσθετης πράξης ρύθμισης οφειλής προκύπτει αφενός ότι η ενάγουσα συμβλήθηκε σε αυτήν ως εγγυήτρια, αφετέρου ότι υπέγραψε στο σώμα αυτής, και δη στο τέλος κάθε σελίδας καθώς και στην τελευταία, κάτω από το πεδίο «Ο εγγυητής», σημειούμενου ότι η εν λόγω υπογραφή ουδόλως προσβάλλεται ως πλαστή.

……Περαιτέρω, στη με αριθμό …….. από …..2007 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και στον όρο 3.4. αυτής, προβλέπεται ότι «Οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως χρεωστικού υπολοίπου, με βάση έτος 360 ημερών και του πράγματι παρελθόντος χρόνου». Εντούτοις, ο ανωτέρω όρος περί υπολογισμού των τόκων της ένδικης πίστωσης με βάση έτος 360 ημερών, που συνιστά ΓΟΣ, ως περιλαμβανόμενος σε συμβάσεις με όρους, που έχουν προδιατυπωθεί μονομερώς από την Τράπεζα και ο οποίος (όρος περί 360 ημερών) εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των οφειλόμενων τόκων, τυγχάνει άκυρος, ως αντίθετος προς την απορρέουσα από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αρχή της διαφάνειας, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο 5./ νομική σκέψη της παρούσας (σημειώνεται, ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της υπ’ αρ. Ζ1-798/25.6.2008 ΥΑ, που αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων και οι διατάξεις της υπ’ αρ. Ζ1-699/23.6.2010 ΚΥΑ, που αφορά καταναλωτικά δάνεια μη σχετιζόμενα με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη).

Κατόπιν τούτων, θα πρέπει, δεκτής γενομένης εν μέρει της αγωγής να αναγνωριστεί η ακυρότητα του επίμαχου, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω και στο διατακτικό διαλαμβανόμενα, ενώ τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση της ήττας και της νίκης καθενός (άρθ. 178 ΚΠολΔ, σε συνδ. με διατάξεις Κώδικα περί Δικηγόρων).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι o όρος 3.4 της με αριθμό ……….. ….. σύμβασης πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό περί υπολογισμού των οφειλόμενων τόκων με βάση έτος 360 ημερών, είναι άκυρος.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, που ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ στην Αθήνα στις ….-2025

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στο ακροατήριό του σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στον ίδιο τόπο στις o …..2026,

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΧΡΕΙΑΖΕΣΤΕ ΝΟΜΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ; ΚΑΛΕΣΤΕ ΜΑΣ

2310 500 442 - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

2392 181 200 - ΠΕΡΑΙΑ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

210 95 85 365 - ΑΘΗΝΑ

Δευτέρα-Παρασκευή 09.00-16.00 και 18.00-20.00 (Δευτέρα – Πέμπτη)
ONLINE ΡΑΝΤΕΒΟΥ
Cart Overview
Call Now Button