Άκυρη καταγγελία στεγαστικού δανείου – Δικαίωση δανειοληπτών έναντι FUND λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος
Απόφαση 2888/2024 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Η υπ’ αριθμόν 2888/2024 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί σημαντική δικαστική επιτυχία για δανειολήπτες, διότι με αυτήν αναγνωρίστηκε η ακυρότητα καταγγελίας στεγαστικού δανείου που είχε πραγματοποιηθεί από εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, κρίνοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Η υπόθεση αφορούσε στεγαστικό δάνειο αρχικού ύψους 70.000 ευρώ, με εξασφάλιση προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας των οφειλετών. Οι δανειολήπτες είχαν ενταχθεί στις ειδικές διατάξεις για την προστασία πρώτης κατοικίας του Ν. 4605/2019, με συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στην καταβολή της μηνιαίας δόσης.
Παρά την υπαγωγή στη ρύθμιση και την τήρηση των υποχρεώσεων των οφειλετών, η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων προχώρησε στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης, απαιτώντας άμεσα το ποσό των 77.799,03 ευρώ, επικαλούμενη την καθυστέρηση των καταβολών.
Δικηγόρος που παραστάθηκε:
Μιχαήλ Ζηδιανάκης,
Επικεφαλής e-Νομικά
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω,
Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης
Μ.Δ.Ε Α.Π.Θ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΤΑ FUND – ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΑΠΟ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΤΩΝ FUND
Οι ενάγοντες εντολείς μας προσέφυγαν στο Δικαστήριο ζητώντας να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανωτέρω καταγγελίας, υποστηρίζοντας ότι αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη, καθώς η φερόμενη καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα, αλλά στη μη έγκαιρη καταβολή της προβλεπόμενης κρατικής συνεισφοράς, γεγονός το οποίο είχε καταστεί γνωστό από την εναγομένη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.
Το δικαστήριο:
- Κατέστησε δεκτή την αγωγή των δανειοληπτών.
- Έκρινε ότι η καταγγελία της δανειακής σύμβασης αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ.
- Αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης.
- Υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων ύψους 500,00 ευρώ.
Το σκεπτικό της απόφασης:
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης έκρινε ειδικότερα ότι:
- Οι δανειολήπτες είχαν ενταχθεί σε θεσμοθετημένη διαδικασία ρύθμισης οφειλής με συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου.
- Οι ίδιοι συνέχιζαν να καταβάλλουν σταθερά το μέρος της δόσης που τους αναλογούσε.
- Η καθυστέρηση αφορούσε ποσά που αντιστοιχούσαν στη συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου και όχι σε υπαίτια παράλειψη των δανειοληπτών.
- Δεν είχε προηγηθεί η απαιτούμενη ενημέρωση των δανειοληπτών για την καθυστέρηση της κρατικής συνεισφοράς.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η άμεση καταγγελία της σύμβασης και η απαίτηση ολόκληρου του ποσού της οφειλής αποτελούσαν συμπεριφορά που υπερέβαινε τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.
Σημασία της υπό εξέταση δικαστικής απόφασης κατά FUND:
- Η υπ’ αριθμόν 2888/2024 απόφαση επιβεβαιώνει ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δεν μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους για την είσπραξη των απαιτήσεων κατά τρόπο τυποποιημένο και απρόσωπο, αγνοώντας τις συγκεκριμένες συνθήκες της εκάστοτε περίπτωσης.
- Η καταγγελία μιας δανειακής σύμβασης από το FUND ή την Τράπεζα δεν αποτελεί ανεξέλεγκτο δικαίωμα, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς της καλής πίστης και της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
- Οι δανειολήπτες διαθέτουν ουσιαστικά νόμιμα μέσα προστασίας απέναντι σε καταχρηστικές καταγγελίες και απαιτήσεις που παραβιάζουν τις αρχές της αναλογικότητας και της συναλλακτικής πίστης.
- Η δικαστική προστασία μπορεί να αποτρέψει δυσμενείς συνέπειες, όπως την έκδοση διαταγών πληρωμής, την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και τον κίνδυνο απώλειας της κύριας κατοικίας.
Παρατίθεται απόσπασμα της επίμαχης δικαστικής απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή μας κατά FUND και έκρινε άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική την καταγγελία του δανείου:
ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ – ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα … 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: , οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μιχαήλ Ζηδιανάκη (
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία (όπως μετονομάσθηκε η πρώην εταιρεία, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία κατέστη ειδική διάδοχος των απαιτήσεων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από ….-2023 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2023 και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση με την από ….2024 πράξη ορισμού συζήτησης του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, μετά την εκφώνησή της κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, “καλή πίστη” θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, ενώ ως κριτήριο των “χρηστών ηθών” χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 207/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Έτσι, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά Νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται δυσμενείς (όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 10/2012, ΑΠ 45/2021. ΑΠ 999/2019. ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017 όλες δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Επομένως, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, προκύπτει ότι τάσσονται ως αντικειμενικά κριτήρια άσκησης των δικαιωμάτων: (α) η καλή πίστη, δηλαδή η στον έντιμο και εχέφρονα άνθρωπο υπαγορευόμενη συμπεριφορά, (β) ή τα χρηστά ήθη, δηλαδή οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη ηθικού και συνετού, μέσου κοινωνικού ανθρώπου, (γ) ή ο εγκείμενος στο δικαίωμα κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του και απαγορεύεται η άσκησή του, όταν υπερβαίνει ολοφάνερα τα τασσόμενα με τα κριτήρια αυτά ακραία όρια, είτε διότι προηγήθηκε μακρά αδράνεια του δικαιούχου που δημιούργησε εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα είχε ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση πλέον συνεπάγεται δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία για τον δικαιούχο από την ωφέλεια που προσδοκά από την άσκησή του ο υπόχρεος (ΟλΑΠ 2101/1984), είτε διότι η προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου καθ’ εαυτή και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης (ΟλΑΠ 62/1990), είτε για άλλους λόγους, εφόσον τα προβαλλόμενα και αποδεικνυόμενα με αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν σε μία από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις υπέρβασης των ανεκτών από το Νόμο ορίων ασκήσεως του δικαιώματος (πρβλ. ΟλΑΠ 472/1983).
Σημειωτέον, ωστόσο, ότι δεν αποτελεί ισχυρισμό (δικαιοκωλυτική ένσταση) κατ’ άρθρ. 281 ΑΚ η αμφισβήτηση της ύπαρξης αυτού καθ’ εαυτού του δικαιώματος του ενάγοντος λόγω είτε μη επέλευσης των σχετικών δικαιογόνων πραγματικών περιστατικών ή λόγω επέλευσης δικαιοφθόρων (αποσβεστικών περιστατικών), καθ’ όσον η διάταξη αυτή του άρθρου 281 ΑΚ δεν δύναται να αντιταχθεί κατά δικαιωμάτων αλλά του τρόπου άσκησής τους κατά τις ανωτέρω προϋποθέσεις (ΕφΘεσσ 601/2005 ΝΟΒ 53.1119), ήτοι η εφαρμογή της προϋποθέτει ότι o ενιστάμενος καταφάσκει την ύπαρξη του δικαιώματος (ΕφΘεσσ 721/2010 Αρμ 2011/951).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγοντες εκθέτουν ότι το έτος 2005 δυνάμει σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου που συνήφθη μεταξύ της ΑΕ», ως δανείστριας, του πρώτου ενάγοντος ως οφειλέτη και της δεύτερης ενάγουσας, συζύγου του, ως εγγυήτριας, ο πρώτος ενάγων έλαβε δάνειο ύψους 70.000 ευρώ με σκοπό την επισκευή της οικίας του στην Αρναία Χαλκιδικής, ενώ η δανείστρια ενέγραψε προς εξασφάλιση της απαίτησής της προσημείωση υποθήκης ύψους 84.000 ευρώ στο ως άνω ακίνητο.
Ότι λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης των μηνιαίων δόσεων, και αφού είχαν συναφθεί μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων διαδοχικές πρόσθετες πράξεις ρύθμισης τα έτη 2010, 2012, 2015 και 201, οι ενάγοντες υπέβαλαν την 29-04-2020 αίτηση για να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 4605/2019.
Ότι η ως άνω αίτησή τους έγινε δεκτή, με χορήγηση συνεισφοράς του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 50% και έτσι η μηνιαία δόση ορίστηκε στο ποσό των 326,60 ευρώ, εκ του οποίου οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των 178 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο ποσό 163,60 ευρώ. Ότι οι ενάγοντες ήταν συνεπείς στην καταβολή των ως άνω δόσεων. Ότι με τις από 05-11-2021 και 04-02-2022 επιστολές ενημερώθηκαν ότι οι απαιτήσεις της εκ της ως άνω δανειακής σύμβασης μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία», ενώ η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία» είχε αναλάβει τη διαχείριση των απαιτήσεών τους.
Ότι αίφνης την ….2022 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασής τους, παρά την ως άνω ρύθμιση, αιτούμενη άμεσα την εξόφληση του ποσού των 77.799,03 ευρώ.
Ότι μετά από διαδοχικές κλήσεις και ηλεκτρονικά μηνύματα τόσο στην εναγομένη όσο και στην ειδική γραμματεία διαχείρισης ιδιωτικού χρέους, έμαθαν από την τελευταία ότι είχε ανακύψει ένα συστημικό πρόβλημα με την καταβολή της δόσης του Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο οι δόσεις θα καταβληθούν αναδρομικά και ότι οι ενάγοντες όφειλαν να συνεχίζουν να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους.
Ότι η εναγομένη ουδέποτε απάντησε σε κανένα εκ των ως άνω αιτημάτων τους, αντιθέτως περί τα τέλη του έτους 2022 τους κάλεσε να προβούν σε εκ νέου ρύθμιση εκτός του πλαισίου του Ν.4605/2019.
Ότι η καταγγελία της σύμβασής τους εκ μέρους της ενάγουσας τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, αφού λόγω της ρύθμισης στην οποία είχαν υπαχθεί και οι ίδιοι τηρούσαν κανονικά, τους είχε δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι η εναγομένη δεν θα προβεί σε καταγγελία της σύμβασής τους ενώ από τη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία ουδέποτε πριν την καταγγελία είχε διαμαρτυρηθεί για ανεξόφλητες δόσεις, αίφνης κατήγγειλε τη σύμβαση, ουδέποτε απάντησε στα γραπτά ερωτήματά τους ούτε έδειξε έστω εκ των υστέρων να κατανοεί το ζήτημα που προέκυψε με την καταβολή των δόσεων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, οι ίδιοι έχουν υποστεί τεράστια βλάβη αφού πρέπει να καταβάλλουν άμεσα το ποσό των 77.799,03 ευρώ, άλλως υπόκεινται στον κίνδυνο έκδοσης διαταγής πληρωμής και εκκίνησης πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας στην οποία προέβη η εναγομένη λόγω καταχρηστικότητας αυτής και να καταδικαστεί η τελευταία στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη, όπως προκύπτει από την με αριθ. ….-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθρα 215 παρ. 2 και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ) παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του καθ’ ύλην και κατά τόπον παρόντος αρμόδιου Δικαστηρίου (αρ. 18 και 25παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία.
Περαιτέρω, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στις διατάξεις των άρθρων 281, 361, 847 επ. ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι τηρήθηκε η προδικασία των άρθρων 3, 6 και 7 του Ν.4640/2019 και περατώθηκε η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης (βλ. το από 09-01-2024 πρακτικό της διαπιστευμένης διαμεσολαβήτριας Αθηνάς Λιγνού).
Από όλα τα νομίμως και με επίκληση (βλ. τις προτάσεις των διαδίκων) προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από όλα τα έγγραφα, μερικά εκ των οποίων αναφέρονται παρακάτω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπών, και από τις ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμ. …./10-10-2005 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η «ΑΕ», χορήγησε ως δάνειο στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ, με την εγγύηση της δεύτερης ενάγουσας- συζύγου του, με σκοπό την επισκευή της οικίας του στο χωριό ………
Η διάρκεια του δανείου συμφωνήθηκε να είναι 25 έτη, αποπληρωτέο σε 300 τοκοχρεολυτικές δόσεις, ενώ προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της η δανείστρια ενέγραψε προσημείωση υποθήκης ύψους 84.000 ευρώ στο ως άνω ακίνητο.
Από το 2010 και μετά, ο ενάγων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και με τις από ..-2010, …-2012, …-2015 και …-2017 πρόσθετες πράξεις στην ως άνω δανειακή σύμβαση, προέβαινε σε ρύθμιση των δανειακών οφειλών.
Εν συνεχεία, εκδόθηκε ο Ν.4605/2019 ο οποίος στα άρθρα 68 επ. περιλάμβανε πρόγραμμα επιδότησης αποπληρωμής στεγαστικών δανείων και επιχειρηματικών δανείων με υποθήκη σε κύρια κατοικία, ήτοι χορηγούσε τη δυνατότητα σε δικαιούχους που πληρούσαν τα περιγραφόμενα στο νόμο κριτήρια, να ρυθμίσουν οφειλές τους προς πιστωτικά ιδρύματα, όπου μάλιστα στην καταβολή των ως άνω δόσεων συμμετείχε και το Ελληνικό Δημόσιο, για όσο χρονικό διάστημα εφαρμοζόταν η ρύθμιση, με καταβολή ποσού που εξεταζόταν αυτεπαγγέλτως ετησίως και στις περιπτώσεις στεγαστικών δανείων δεν ξεπερνούσε σε ποσοστό το 50% της μηνιαίας δόσης.
Ο ενάγων υπέβαλε την με αριθμ. ……………/…-04-2020 αίτηση για ρύθμιση των οφειλών του από την ως άνω δανειακή σύμβαση, αφού αφορούσε σε στεγαστικό δάνειο κύριας κατοικίας όπου υφίσταται προσημείωση υποθήκης. Η ως άνω αίτηση έγινε δεκτή και την …-2020 συνήφθη η συμφωνία ρύθμισης, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση είχε διάρκεια από την …-2020 έως την 30-07-2045, η μηνιαία δόση για την εξυπηρέτηση του ως άνω δανείου ορίστηκε στο ποσό των 326,60 ευρώ, ενώ ανοίχτηκε ο με αριθμ. ………………. λογαριασμός εξυπηρέτησης δανείου.
Η συνεισφορά του Ελληνικού Δημοσίου ανερχόταν σε ποσοστό 50%, ήτοι ποσό 163,30 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο ενάγων όφειλε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό. Κατόπιν, δυνάμει της από …2-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπομένης από τα άρθρα 10 και 14 του ν. 3156/2003, που καταχωρίστηκε νόμιμα στον τόμο 13 και α/α 207 στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του ν. 2844/2000, η προαναφερόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία», μεταξύ άλλων, την απαίτηση από την ως άνω δανειακή σχέση, ενώ η εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», με την από ///-2022 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε νόμιμα στον τόμο ..αι με αριθμό 318 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ανέλαβε τη διαχείριση της ως άνω απαίτησης για λογαριασμό της ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας τράπεζας.
Για τα ως άνω γεγονότα ενημερώθηκαν οι ενάγοντες με την από 0…-2021 επιστολή της τράπεζας και με την από 0..-2022 επιστολή της εναγομένης.
Ωστόσο, παρότι οι ενάγοντες κατέβαλαν κανονικά τις δόσεις του δανείου, ως αυτές είχαν διαμορφωθεί με την προαναφερόμενη ρύθμιση του Ν. 4605/2019, την ..2022 τους επιδόθηκε η από 1..-2022 εξώδικη όχληση- δήλωση- καταγγελία της σύμβασής τους από την εναγομένη (βλ. τις με αριθμ. …. και ….. εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Αικατερίνης Σίκου), με την οποία η εναγομένη κατήγγειλε την υφιστάμενη δανειακή σύμβαση και ζητούσε την άμεση καταβολή του ποσού των 77.799,03 ευρώ που κατέστη πλέον ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Στην ως άνω εξώδικη αναφερόταν ότι «σύμφωνα με όρο της ως άνω σύμβασης δανείου θα έπρεπε να καταβάλλετε εμπρόθεσμα τις δόσεις του δανείου σας, αλλά εσείς δεν τηρήσατε την υποχρέωσή σας αυτή παρά τις γραπτές και προφορικές μας ειδοποιήσεις για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεών σας δεν ανταποκριθήκατε», χωρίς να αναφέρεται ποιες δόσεις οφείλονται και από πότε. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με την εναγομένη, οι ενάγοντες έμαθαν ότι φαίνονται ληξιπρόθεσμες στο ηλεκτρονικό σύστημα 4 δόσεις, χωρίς λοιπές λεπτομέρειες.
Οι ενάγοντες εξεπλάγησαν αφού οι ίδιοι κατέβαλαν κανονικά τη δόση που τους αναλογούσε και συγκεκριμένα στις …-2022, …-2022, …-2022, …-2022 και 30-…2022 είχαν καταβάλει ποσό 180 ευρώ κάθε φορά, ενώ την …-2022 είχαν καταβάλει ποσό 100 ευρώ.
Στη συνέχεια οι ενάγοντες κατέθεσαν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα της εναγομένης, όπως τους υποδείχτηκε, τα με αρ. πρωτ. ……… και ………….. ηλεκτρονικά μηνύματα με σκοπό να μάθουν περισσότερες λεπτομέρειες από την εναγομένη, ενώ ταυτόχρονα, με το με αρ. πρωτ. …………. ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους του Ελληνικού Δημοσίου, προσπάθησαν να ενημερωθούν τι γίνεται με τις καταβλητέες δόσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.
Την …2023 έλαβαν από την τελευταία την εξής απάντηση: «Αναφορικά με το ανωτέρω ερώτημα θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι το αίτημα τυγχάνει δέουσας προσοχής και επιμέλειας και καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την ταχύτερη επίλυσή του. Με την επίλυση του συστημικού προβλήματος θα γίνει καταβολή των επιδοτήσεων αναδρομικά.
Ωστόσο, σας παρακαλούμε θερμά να συνεχίσετε να καταβάλετε τη δόση όπως αυτή έχει οριστεί από την πλατφόρμα, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ληξιπροθεσμίας και να διαβεβαιωθεί ότι προστατεύεστε από τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου».
Αντιθέτως, η εναγομένη δεν απέστειλε κάποια άλλη γραπτή απάντηση στα ως άνω ερωτήματα των εναγόντων, αντιθέτως τους κάλεσε να προβούν σε νέα ρύθμιση εκτός του πλαισίου του Ν. 4605/2019.
Από την ανάλυση του λογαριασμού εξυπηρέτησης του δανείου, αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο από το Φεβρουάριο έως και τον Ιούλιο του έτους 2022 δεν είχε καταβάλει καμία από τη μηνιαία συνεισφορά των 163,30 ευρώ. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη ενάσκησε το νόμιμο δικαίωμα της καταγγελίας της ως άνω δανειακής σύμβασης λόγω μη προσήκουσας καταβολής των μηνιαίων δόσεων, καθώς μέρος των έξι τελευταίων μηνιαίων δόσεων δεν είχε καταβληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, ωστόσο η άσκηση του ως άνω δικαιώματος έλαβε χώρα με τρόπο που αποτελεί προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη.
Τούτο δε διότι αφενός το οφειλόμενο ποσό των δόσεων, ήτοι ποσό 979,80 ευρώ (163,30 ευρώ Χ 6 μήνες) ήταν το ποσό της συνεισφοράς του ελληνικού δημοσίου, ενώ οι ενάγοντες, όπως προεκτέθηκε, είχαν καταβάλει κανονικά το μέρος της υπόλοιπης δόσης που τους αναλογούσε.
Οι ίδιοι μάλιστα οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν εάν το ελληνικό δημόσιο καταβάλει το δικό του ποσοστό συμμετοχής, αφού μόνο η τράπεζα έχει στη διάθεσή της ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις του λογαριασμού.
Η δε εναγομένη, πριν προβεί στην ως άνω καταγγελία, σιώπησε και ουδέποτε ειδοποίησε τους ενάγοντες για το ως άνω θέμα ώστε να το διερευνήσουν, και έστω να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν κάποια μέτρα, όπως να καταβάλλουν εκείνοι το σύνολο της μηνιαίας δόσης των 326,60 ευρώ προκειμένου να μην καταγγελθεί η σύμβασή τους, ενώ ούτε επικοινώνησε η εναγομένη με το ελληνικό δημόσιο.
Έτσι ενώ οι ενάγοντες ήταν συνεπείς στην καταβολή της μηνιαίας δόσης που τους αναλογούσε από την έναρξη της ρύθμισης, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις όσο και από την αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού που προσκομίζει η εναγομένη, οι ίδιοι βρέθηκαν να αντιμετωπίσουν τις επαχθείς συνέπειες της καταγγελίας και της έκπτωσης από τη ρύθμιση, καλούμενοι να καταβάλουν άμεσα το ποσό των 77.799,03 ευρώ, άλλως κινδυνεύουν να υποστούν τη σε βάρος τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, με δεδομένο μάλιστα ότι η κύρια κατοικία τους είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης από την εναγομένη, γεγονός που προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος της εναγομένης από την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, η οποία μάλιστα έλαβε χώρα λόγω της οφειλής ενός ποσού ύψους μόλις 979,80 ευρώ.
Τούτο συνιστά και αντιφατική συμπεριφορά καθώς ήδη από το έτος 2010 που οι ενάγοντες αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην καταβολή των δόσεων, υπήρχε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων για την εύρεση λύσης ώστε να αποφευχθεί η καταγγελία της σύμβασης, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι έλαβαν χώρα οι από ,,,-2010, ,,,-2012, ,,,-2015 και 1,,,-2017 πρόσθετες πράξεις ρύθμισης οφειλής.
Εξάλλου, με βάση το άρθρο 76 παρ. 6 του Ν. 4605/2019: «Καθυστέρηση του Δημοσίου να καταβάλει την εγκριθείσα συνεισφορά μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση του αιτούντα Κατά το άρθρο 80, μόνο εφόσον το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση υπερβαίνει αθροιστικά την αξία εννέα (9) μηνιαίων δόσεων συνεισφοράς και ο πιστωτής έχει ενημερώσει τον οφειλέτη ως προς την υπερημερία του Δημοσίου το αργότερο έως τον έκτο μήνα υπερημερίας».
Ουδόλως στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε οφειλή ανώτερη των εννέα μηνών ούτε η εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες για την υπερημερία του Δημοσίου.
Με βάση λοιπόν τις ιδιαίτερες περιστάσεις της επίδικης περίπτωσης, ήτοι της ιδιομορφίας της προκείμενης ρύθμισης με την εν μέρει καταβολή δόσεων από το ελληνικό δημόσιο και την εν μέρει καταβολή δόσεων από τους ενάγοντες, της υπερημερίας μόνο του ελληνικού δημοσίου και όχι των εναγόντων, του ύψους της οφειλής των 979,80 ευρώ που αφορά στη συνεισφορά του ελληνικού δημοσίου από το Φεβρουάριο του 2022, της έλλειψης επικοινωνίας της εναγομένης τόσο με το ελληνικό δημόσιο όσο και με τους ενάγοντες πριν την καταγγελία προκειμένου να τους ενημερώσει για την ύπαρξη οφειλής ώστε να έχουν γνώση και να έχουν τη δυνατότητα της επιλογής προκειμένου να αναλάβουν δράση και ενδεχομένως να καταβάλουν οι ίδιοι το οφειλόμενο ποσό, με δεδομένο μάλιστα ότι οι ίδιοι καθ’ όλη της διάρκεια της ρύθμισης ήταν συνεπείς στην καταβολή των δόσεων, σε συνδυασμό με την προηγούμενη συμπεριφορά της εναγομένης και της προκατόχου της όπου είχαν προβεί σε διαδοχικές ρυθμίσεις των οφειλών των εναγόντων ώστε να μη λάβει χώρα καταγγελία, και τέλος τις ιδιαιτέρως δυσμενείς συνέπειες που είχε η καταγγελία για τους ενάγοντες, αφού εκπίπτουν από τη ρύθμιση του Ν.4605/2019 και καλούνται να καταβάλουν άμεσα το ποσό των 77.799,03 ευρώ, άλλως κινδυνεύουν να υποστούν τη σε βάρος τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης είναι αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και, ως εκ τούτου, η καταγγελία καθίσταται καταχρηστική.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από ….-2022 καταγγελίας της προαναφερόμενης δανειακής σύμβασης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας, ενώ τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), γενομένου δεκτού του σχετικού παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της καταγγελίας της με αριθμ. …….. και με αριθμό λογαριασμού ……….. δανειακής σύμβασης που συνήφθη μεταξύ των εναγόντων και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΕ» η οποία έλαβε χώρα με την από …-2022 εξώδικη πρόσκληση- δήλωση-καταγγελία της εναγομένης και επιδόθηκε στους ενάγοντες δυνάμει των αριθμ. ………. και ……….. εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των 44 εναγόντων, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις … Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την ….Οκτωβρίου 2024
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ







