Αποκλήρωση κληρονόμου 

αποκλήρωση κληρονόμου

Για την αποκλήρωση κληρονόμου, γράφει ο Μιχαήλ Ζηδιανάκης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης 

Περιεχόμενα Απόκρυψη
1 Αποκλήρωση κληρονόμου

Τι είναι η αποκλήρωση κληρονόμου;

Η αποκλήρωση είναι θεσμός του κληρονομικού δικαίου, κατά την οποία ο διαθέτης με τη διαθήκη του στερεί ορισμένο κληρονόμο από το κληρονομικό του μερίδιο πριν την επαγωγή. Ως χρόνος επαγωγής ορίζεται από το νόμο ο χρόνος θανάτου του διαθέτη.

 

Υπάρχουν διάφορα είδη αποκλήρωσης;

Στο νόμο προβλέπονται δύο είδη αποκλήρωσης, η με ευρεία έννοια αποκλήρωση, η οποία ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1713Α.Κ. και η με στενή έννοια αποκλήρωση ή απλώς αποκλήρωση, η οποία ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1839 επ. του Α.Κ.

 

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της με ευρεία έννοιας αποκλήρωσης;

Στην με ευρεία έννοια αποκλήρωση, ο διαθέτης με τη διαθήκη του αποκλείει τον κληρονόμο από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα.

Ειδικότερα, η με ευρεία έννοια αποκλήρωση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1713 Α.Κ. μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή. Ρητή είναι όταν ο διαθέτης με τη διαθήκη του δηλώνει ευθέως τη βούληση του να αποκλειστεί ορισμένος συγγενής από την εξ αδιαθέτου διαδοχή του. Σιωπηρή είναι η αποκλήρωση όταν αυτή προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις της διαθήκης, όταν π.χ. εγκαθιστά άλλους κληρονόμους, χωρίς να εγκαθιστά το πρόσωπο που θα καλούνταν στην εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Επιπλέον, η με ευρεία έννοια αποκλήρωση μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ολική είναι όταν ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος αποκλείεται με τη διαθήκη από ολόκληρη την εξ αδιαθέτου μερίδα και μερική είναι όταν αποκλείεται από μέρος της.

 

Ποια είναι τα αποτελέσματα της με ευρεία έννοιας αποκλήρωσης;

Αποτέλεσμα της με ευρεία έννοιας αποκλήρωση είναι ότι ο αποκληρούμενος αποκλείεται από την επαγωγή της κληρονομίας, θεωρείται, δηλαδή, ότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη. Ρητά, πάντως, προβλέπεται στο νόμο ότι η με ευρεία έννοια αποκλήρωση δεν στερεί από τον αποκληρούμενο το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας, εφόσον αυτός είναι μεριδούχος. Για να στερηθεί ο μεριδούχος κάθε κληρονομικό του δικαίωμα θα πρέπει να υπάρξει αποκλήρωση με στενή έννοια.

 

Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της με στενή έννοια αποκλήρωσης;

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1839 ΑΚ, αποκλήρωση με στενή έννοια ή απλώς αποκλήρωση είναι η με διάταξη διαθήκης στέρηση από το μεριδούχο της νόμιμης του μοίρας, για ορισμένους λόγους που προβλέπονται στο νόμο.

Σημειώνεται, εδώ, ότι ως νόμιμη μοίρα ορίζεται ο θεσμός του κληρονομικού δικαίου κατά τον οποίο αναγνωρίζεται κληρονομικό μερίδιο σε ορισμένα πρόσωπα παρά την τυχόν αντίθετη θέληση του διαθέτη. Ως νόμιμοι μεριδούχοι είναι οι κατιόντες, οι γονείς, ο σύζυγος και ο σύντροφος από σύμφωνο συμβίωσης του διαθέτη.

Η αποκλήρωση με στενή έννοια μπορεί να είναι και αυτή ολική ή μερική. Ολική είναι η αποκλήρωση που αφορά το σύνολο της νόμιμης μοίρας ενώ μερική όταν αφορά μέρος αυτής.

 

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις ύπαρξης έγκυρης αποκλήρωσης με στενή έννοια;

Για να υπάρχει έγκυρη αποκλήρωση, η οποία θα επιφέρει τα αποτελέσματα της, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Ύπαρξη διαθήκης. Η αποκλήρωση γίνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 1839 εδ. 2 με διαθήκη. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις κύρους της διαθήκης π.χ. τύπος, ικανότητα σύνταξης, έλλειψη ελαττωμάτων βούλησης κ.λπ. Να σημειωθεί ότι η αποκλήρωση μπορεί να είναι το μοναδικό περιεχόμενο της διαθήκης, μπορεί, όμως, να περιλαμβάνονται στη διαθήκη και άλλες διατάξεις.

β) Βούληση του διαθέτη για στέρηση της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου. Στη διαθήκη πρέπει να αποτυπώνεται η θέληση του διαθέτη για αποκλήρωση του μεριδούχου. Η δήλωση, ωστόσο, αυτή δεν αποκλείεται να προκύπτει και ερμηνευτικά, ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει κάποιο έρεισμα στη διαθήκη. Χαρακτηριστικές εκφράσεις με τις οποίες αποκληρώνει ο διαθέτης μεριδούχο είναι: «αποκληρώνω τον Χ» με αναφορά και του λόγου αποκλήρωσης ή «στερώ από το Χ τη νόμιμη του μοίρα».

γ) Ύπαρξη λόγου αποκλήρωσης, ο οποίος προβλέπεται στο νόμο. Από τις βασικότερες προϋποθέσεις αποτελεί η ύπαρξη λόγου αποκλήρωσης. Οι λόγοι αυτοί αναφέρονται περιοριστικά στις διατάξεις των άρθρων 1840 και επόμενα του Α.Κ., δεν επιτρέπεται, επομένως, η διεύρυνση τους και σε άλλες συμπεριφορές του μεριδούχου.

δ) Αναφορά του λόγου αποκλήρωσης στη διαθήκη. Ο διαθέτης πρέπει να αναφέρει στη διαθήκη του το λόγο αποκλήρωσηςείτε ρητά είτε να συνάγεται από την ερμηνεία της διαθήκης, με την προϋπόθεση ότι δε διατυπώνεται αόριστα. Η προϋπόθεση αυτή εξυπηρετεί τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου σε σχέση με το συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης.

ε) Ύπαρξη λόγου αποκλήρωσης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Ο λόγος αποκλήρωσης πρέπει να είναι όχι μόνο αληθινός αλλά και να υπάρχει κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (α. 1843 Α.Κ.). Με εξαίρεση ορισμένες περιπτώσεις, που αναφέρονται στα άρθρα 1840 αρ. 5 και 1842 Α.Κ., ο λόγος αποκλήρωσης δεν είναι απαραίτητο να εξακολουθεί να υπάρχει και κατά το θάνατο του διαθέτη.

στ) Μη παροχή συγγνώμης. Σύμφωνα με το άρθρο 1844 εδ. 1, με την παροχή συγγνώμης αποσβήνεται το δικαίωμα της αποκλήρωσης. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλήρωση σε λόγο για τον οποίο έχει παρασχεθεί συγγνώμη.

 

Ποιοι είναι οι λόγοι αποκλήρωσης;

Οι προβλεπόμενοι λόγοι αποκλήρωσης αναφέρονται στα άρθρα 1840-1842 Α.Κ. και προκύπτει ότι η συμπεριφορά του μεριδούχου προϋποθέτει υπαιτιότητα του και μάλιστα στο βαθμό του δόλου. Αμέλεια, επομένως, του μεριδούχου δεν είναι αρκετή. Επιπλέον, απαιτείται ο αποκληρούμενος να είχε ικανότητα καταλογισμού.

α) Επιβουλή της ζωής του διαθέτη, του συζύγου ή του συντρόφου του από σύμφωνο συμβίωσης ή άλλου κατιόντος του.Ως επιβουλή της ζωής ορίζεται η εκδήλωση πρόθεσης θανάτωσης των ανωτέρω προσώπων. Να σημειωθεί ότι λόγος αποκλήρωσης συντρέχει και όταν υπάρχουν προπαρασκευαστικές ενέργειες που τείνουν στη θανάτωση, ακόμα και η παράλειψη αναφοράς της θέλησης τρίτου προσώπου να θανατώσει το διαθέτη.

β) Πρόκληση με πρόθεση σωματικών κακώσεων του διαθέτη, του συζύγου ή του συντρόφου του από σύμφωνο συμβίωσης, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών. Ως σωματική κάκωση νοείται η κακομεταχείριση εξαιτίας της οποίας βλάπτεται η σωματική ακεραιότητα του διαθέτη π.χ. χτύπημα. Επομένως, δεν καλύπτεται από αυτό το λόγο η λεκτική κακομεταχείριση. Στη διάταξη αυτή προβλέπεται ο περιορισμός ο κατιών να κατάγεται από το σύζυγο ή σύντροφο του διαθέτη, δηλαδή δεν συντρέχει όταν ο αποκληρούμενος στραφεί π.χ. κατά της μητριάς.

γ) Διάπραξη με πρόθεση κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος κατά του διαθέτη, του συζύγου ή του συντρόφου του από σύμφωνο συμβίωσης.Σε αυτή την περίπτωση, η σοβαρότητα του πλημμελήματος κρίνεται κατά περίπτωση. Κατά την ελληνική νομολογία, ως σοβαρά πλημμελήματα που στοιχειοθετούν λόγο αποκλήρωσης έχουν κριθεί η εξύβριση, οι απειλές, η κλοπή κατά της περιουσίας του διαθέτη, η απάτη και η πλαστογραφία. Σε αυτή την περίπτωση δε συντρέχει ο περιορισμός της καταγωγής του κατιόντος από το σύζυγο ή σύντροφο του διαθέτη.

δ) Κακόβουλη αθέτηση νόμιμης υποχρέωσης διατροφής του διαθέτη. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει νόμιμο δικαίωμα διατροφής του διαθέτη έναντι των κατιόντων (α. 1486 επ. Α.Κ). Επομένως, δεν συντρέχει ο λόγος αυτός όταν ο διαθέτης είχε δικά του εισοδήματα και δεν είχε δικαίωμα διατροφής. Να σημειωθεί ότι η αθέτηση αυτή θα πρέπει να είναι κακόβουλη, δηλαδή ο κατιών παρότι γνώριζε ότι είχε υποχρέωση διατροφής, δεν την εκπλήρωνε.

ε)Βίος άτιμος ή ανήθικος, παρά τη θέληση του διαθέτη. Από τη νομολογία έχουν κριθεί ως περιπτώσεις ανήθικου ή άτιμου βίου η παρατεταμένη συζυγική απιστία, η εγκληματική διαβίωση, η συμμετοχή σε σπείρα κακοποιών και η συνεχής συναναστροφή μαζί τους, η άσκηση ατιμωτικού επαγγέλματος, όπως τοκογλυφία, πορνεία και η κατ’ εξακολούθηση τέλεση αξιόποινων πράξεων, χωρίς να απαιτείται και ποινική καταδίκη. Βασική προϋπόθεση για τη συνδρομή αυτού του λόγου είναι ο διαθέτης να ήταν αντίθετος στον ανήθικο ή άτιμο βίο του κατιόντος.

Σε ποιες περιπτώσεις μπορεί τέκνο-διαθέτης να αποκληρώσει το γονέα του;

Στη διάταξη του άρθρου 1841 Α.Κ. προβλέπονται οι λόγοι για τους οποίους το τέκνο μπορεί να αποκληρώσει το γονέα του. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να συντρέχει ένας από τους λόγους της διάταξης 1840 αρ. 1, 3 και 4. Αυτό σημαίνει ότι ένα τέκνο μπορεί να αποκληρώσει γονέα του, μόνο για τις περιπτώσεις της επιβουλής της ζωής του τέκνου, του συζύγου ή συντρόφου του και του τέκνου του, της ενοχής του γονέα για κακούργημα ή πλημμέλημα με πρόθεση κατά του τέκνου ή του συζύγου ή συντρόφου του, της κακόβουλης αθέτησης από το γονέα της υποχρέωσης εκ του νόμου διατροφής του τέκνου.

 

Σε ποιες περιπτώσεις ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγό του;

Κατά το άρθρο 1842 Α.Κ. ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγο του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει εναντίον του αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο οφειλόμενο στην υπαιτιότητα του. Ως βάσιμος λόγος διαζυγίου θεωρείται ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης, που πρέπει να βασίζεται σε υπαίτιο κλονιστικό γεγονός π.χ. μοιχεία, διγαμία, εγκατάλειψη, επιβουλή της ζωής του.

 

Ποια είναι τα αποτελέσματα της αποκλήρωσης με στενή έννοια;

Συνέπεια της έγκυρης αποκλήρωσης είναι ότι ο αποκληρούμενος στερείται τη νόμιμη του μοίρα. Η στέρηση αυτή οδηγεί στην έκπτωση του ως μεριδούχος, με αποτέλεσμα να μην καλείται ως αναγκαίος κληρονόμος στην κληρονομική διαδοχή.

 

Τι γίνεται σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την αποκλήρωση του κληρονόμου; Μπορεί να ακυρωθεί μια αποκλήρωση;

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να υπάρχει έγκυρη αποκλήρωση και να επιφέρει αυτή τα έννομα αποτελέσματά της, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά η αναγνώριση της ακυρότητας την σχετικής διάταξης βουλήσεως του διαθέτη και η απόδοση των κληρονομιαίων που αντιστοιχούν στο ποσοστό της νόμιμης μοίρας του αποκληρούμενου μεριδούχου.

Αυτονόητο θεωρείται ότι αν η ίδια η διαθήκη είναι άκυρη π.χ. λόγω ανικανότητας του διαθέτη, άκυρη είναι και η αποκλήρωση.

Ποιες είναι οι δυνατότητες – Ποια είναι τα δικαιώματα που έχει ο κληρονόμος που αποκληρώθηκε;  

Ανάλογα με τον λόγο της αποκλήρωσης ο έκπτωτος μεριδιούχος που αποκληρώθηκε με ρητή διάταξη έχει τις εξής δυνατότητες:

Αν αποκληρώθηκε με διάταξη τελευταίας βούλησης (διαθήκη)  και αυτή κηρυχθεί άκυρη τότε η ακυρότητα της συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την διάταξη περί αποκλήρωσης και έτσι ο μεριδιούχος υπεισέρχεται στο ποσοστό που δικαιούται με βάση την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή.  Κληρονομεί δηλαδή χωρίς να λαμβάνεται υπ΄ όψιν η διαθήκη.

Όπως αναφέρουμε σε άλλο άρθρο λόγοι ακυρότητας της διαθήκης  συντρέχουν σε περίπτωση που η διαθήκη αποτελεί προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής , που παραλείπει  νόμιμο μεριδιούχο και στην περίπτωση που αφορά τον/την σύζυγο του διαθέτη και αποδειχθεί ότι ο γάμος του διαθέτη είτε ήταν άκυρος  είτε είχε λυθεί όσο ήταν εν ζωή είτε ο διαθέτης είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου.

Ποια η προθεσμία ακύρωσης της αποκλήρωσης κληρονόμου;

Για όλους αυτούς τους λόγους η προσβολή (ακύρωση) της διαθήκης υπόκειται σε διετή προθεσμία παραγραφής από την δημοσίευσή της.

Αν ο λόγος αποκλήρωσης δεν αναφέρεται στην διαθήκη του κληρονομούμενου τότε αυτή καθίσταται ανυπόστατη ως προς την διάταξη της αποκλήρωσης  αφού πρόκειται για παράβαση ουσιώδους τύπου της δικαιοπραξίας. Εξ’ αυτού του γεγονότος ο έκπτωτος μεριδιούχος (κληρονόμος) δικαιούται να διεκδικήσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.

Αν ο λόγος  αποκλήρωσης είναι αναληθής ή πρόκειται για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη η διαθήκη είναι άκυρη ως προς την διάταξη της αποκλήρωσης και ο έκπτωτος μεριδιούχος δύναται να διεκδικήσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του. (Τόσο σε αυτή όσο και στην προηγούμενη περίπτωση η αποκλήρωση από εν στενή έννοια μετατρέπεται σε αποκλήρωση εν ευρεία έννοια και ο έκπτωτος μεριδιούχος δικαιούται μόνο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και όχι το ποσοστό που θα δικαιούταν με την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή εφόσον κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της διαθήκης είναι έγκυρο ή έστω δεν συντρέχει νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρωσίας αυτού. Εδώ ο έκπτωτος μεριδιούχος μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της αποκλήρωσής του και η προθεσμία παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος είναι εικοσαετής).

Αν ο λόγος αποκλήρωσης που επικαλείται ο διαθέτης δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους που αναφέρει εξαντλητικά ο νόμος, τότε η διάταξη περί αποκλήρωσης του νόμιμου μεριδιούχου είναι ανίσχυρη και έτσι ο αποκλεισθείς μεριδιούχος δικαιούται την νόμιμη μοίρα του, δηλαδή η αποκλήρωση εν στενή έννοια μετατρέπεται σε αποκλήρωση εν ευρεία έννοια.

 

Νομολογία: ΑΠ1349/2005, ΑΠ122/1998, ΕφΑθ 6277/2003, ΑΠ 766/2004

Αν ο λόγος αποκλήρωσης του νόμιμου μεριδιούχου είναι αναληθής και σχηματίστηκε κατόπιν πλάνης, απάτης ή απειλής του διαθέτη τότε μετά την ακύρωση της διάταξης για την αποκλήρωση και με την τελεσιδικία της απόφασης που την κηρύσσει άκυρη μπορεί να διαταχθεί και ακυρότητα του όλου μέρους της διαθήκης αν κριθεί σύμφωνα με το ΑΚ181 ότι αν δεν υπήρχε αυτός ο λόγος ο διαθέτης δεν θα αποκλήρωνε τον νόμιμο μεριδιούχο ούτε με την εν ευρεία έννοια της αποκλήρωσης και σε αυτή την περίπτωση ο νόμιμος μεριδιούχος  κληρονομεί ότι θα λάμβανε με την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα των λόγων αποκλήρωσης αποτελεί η υπαιτιότητα του μεριδιούχου με τη μορφή δόλου.

Αν η αποκληρωτική διάταξη είναι η μοναδική διάταξη της διαθήκης τότε επέρχεται η εξ’ αδιαθέτου διαδοχή.

 

ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΗ ΝΟΜΙΜΟΥ ΜΕΡΙΔΟΥΧΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΠΟΥ ΑΠΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΜΕ ΡΗΤΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

 

Ανάλογα με τον λόγο της αποκλήρωσης ο έκπτωτος μεριδιούχος που αποκληρώθηκε με ρητή διάταξη έχει τις εξής δυνατότητες:

 

Αν αποκληρώθηκε με διάταξη τελευταίας βούλησης και αυτή κηρυχθεί άκυρη τότε η ακυρότητα της συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την διάταξη περί αποκλήρωσης και έτσι ο μεριδιούχος υπεισέρχεται στο ποσοστό που δικαιούται με βάση την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή. Όπως αναφέρουμε σε άλλο άρθρο λόγοι ακυρότητας της τελευταίας διάταξης συντρέχουν σε περίπτωση που η διαθήκη αποτελεί προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής , που παραλείπει  νόμιμο μεριδιούχο και στην περίπτωση που αφορά τον/την σύζυγο του διαθέτη και αποδειχθεί ότι ο γάμος του διαθέτη είτε ήταν άκυρος  είτε είχε λυθεί όσο ήταν εν ζωή είτε ο διαθέτης είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου. Για όλους αυτούς τους λόγους η προσβολή της διαθήκης υπόκειται σε διετή προθεσμία παραγραφής από την δημοσίευσή της.

 

Αν ο λόγος αποκλήρωσης δεν αναφέρεται στην διαθήκη του κληρονομούμενου τότε αυτή καθίσταται ανυπόστατη ως προς την διάταξη της αποκλήρωσης  αφού πρόκειται για παράβαση ουσιώδους τύπου της δικαιοπραξίας. Εξ’ αυτού του γεγονότος ο έκπτωτος μεριδιούχος δικαιούται να διεκδικήσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.

 

Αν ο λόγος  αποκλήρωσης είναι αναληθής ή πρόκειται για λόγο για τον οποίο έχει δοθεί συγγνώμη η διαθήκη είναι άκυρη ως προς την διάταξη της αποκλήρωσης και ο έκπτωτος μεριδιούχος δύναται να διεκδικήσει το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του.

(Τόσο σε αυτή όσο και στην προηγούμενη περίπτωση η αποκλήρωση από εν στενή έννοια μετατρέπεται σε αποκλήρωση εν ευρεία έννοια και ο έκπτωτος μεριδιούχος δικαιούται μόνο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και όχι το ποσοστό που θα δικαιούταν με την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή εφόσον κατά τα λοιπά το περιεχόμενο της διαθήκης είναι έγκυρο ή έστω δεν συντρέχει νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρωσίας αυτού.

Εδώ ο έκπτωτος μεριδιούχος μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της αποκλήρωσής του και η προθεσμία παραγραφής του εν λόγω δικαιώματος είναι εικοσαετής).

 

Αν ο λόγος αποκλήρωσης που επικαλείται ο διαθέτης δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους λόγους που αναφέρει εξαντλητικά ο νόμος, τότε η διάταξη περί αποκλήρωσης του νόμιμου μεριδιούχου είναι ανίσχυρη και έτσι ο αποκλεισθείς μεριδιούχος δικαιούται την νόμιμη μοίρα του, δηλαδή η αποκλήρωση εν στενή έννοια μετατρέπεται σε αποκλήρωση εν ευρεία έννοια.

Αν ο λόγος αποκλήρωσης του νόμιμου μεριδιούχου είναι αναληθής και σχηματίστηκε κατόπιν πλάνης, απάτης ή απειλής του διαθέτη τότε μετά την ακύρωση της διάταξης για την αποκλήρωση και με την τελεσιδικία της απόφασης που την κηρύσσει άκυρη μπορεί να διαταχθεί και ακυρότητα του όλου μέρους της διαθήκης αν κριθεί σύμφωνα με το ΑΚ181 ότι αν δεν υπήρχε αυτός ο λόγος ο διαθέτης δεν θα αποκλήρωνε τον νόμιμο μεριδιούχο ούτε με την εν ευρεία έννοια της αποκλήρωσης και σε αυτή την περίπτωση ο νόμιμος μεριδιούχος  κληρονομεί ότι θα λάμβανε με την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή.

 

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα των λόγων αποκλήρωσης αποτελεί η υπαιτιότητα του μεριδιούχου με τη μορφή δόλου.

Αν η αποκληρωτική διάταξη είναι η μοναδική διάταξη της διαθήκης τότε επέρχεται η εξ’ αδιαθέτου διαδοχή.

Αποκλήρωση κληρονόμου: Νομοθεσία

 

Αποκλήρωση κληρονόμου 6

Άρθρο 1713 – Αστικός Κώδικας

Ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει σ’ αυτήν κληρονόμο, να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή ή το σύζυγο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα.

Άρθρο 1839 – Αστικός Κώδικας – Αποκλήρωση

Ο διαθέτης μπορεί για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται στο νόμο, να στερήσει το μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα (αποκλήρωση). Η αποκλήρωση  γίνεται με  διάταξη τελευταίας βούλησης.

Άρθρο 1840 – Αστικός Κώδικας – Λόγοι υπέρ του ανιόντος

Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν αυτός : 1. επιβουλεύθηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη· 2. προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στο διαθέτη ή στο σύζυγο του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών 3. έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του· 4. αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη· 5. ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη. Η αποκλήρωση για το λόγο αυτό είναι άκυρη, αν ο κατιών κατά το θάνατο του διαθέτη είχε οριστικά εγκαταλείψει τον άτιμο ή ανήθικο βίο.

Άρθρο 1841 – Αστικός Κώδικας – Λόγοι υπέρ του κατιόντος

Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το γονέα του αν συντρέχει ένας από τους λόγους αποκλήρωσης που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο αριθ. 1, 3 και 4.

Άρθρο 1842 – Αστικός Κώδικας – Λόγος υπέρ του συζύγου

Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγο του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του.

Άρθρο 1843 – Αστικός Κώδικας – Πότε πρέπει να υπάρχει ο λόγος

Ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ’ αυτήν.Εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της.

Άρθρο 1844 – Αστικός Κώδικας – Συγγνώμη του λόγου

Tο δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά τη διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη.

Άρθρο 1845 – Αστικός Κώδικας – Αποκλήρωση για λόγους πρόνοιας

Αν ο μεριδούχος κατιών ζει βίο άσωτο ή είναι καταχρεωμένος, ο διαθέτης μπορεί είτε να διατάξει με τη διαθήκη να περιέλθει η νόμιμη μοίρα του στους κατιόντες του μεριδούχου κατ’ αναλογία προς τις εξ αδιαθέτου μερίδες τους, είτε να ορίσει εκτελεστή για να τη διοικεί είτε και τα δύο. Στη διαθήκη πρέπει να αναφέρεται ο λόγος και να λαμβάνεται πρόνοια για τη συντήρηση του μεριδούχου. Εκείνος που επικαλείται τη διάταξη της διαθήκης οφείλει να αποδείξει το λόγο της. Η διάταξη δεν ισχύει, αν κατά το θάνατο του διαθέτη έπαψε να υπάρχει ο λόγος της.

Νομολογία για αποκλήρωση κληρονόμου και συγκεκριμένα για αποκλήρωση συζύγου

Αποκλήρωση κληρονόμου 7

 ΑΠΟΦΑΣΗ 2/2015 ΕΦ ΠΕΙΡ

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, Δ/ΝΗ 2016/821)

Ακύρωση διαθήκης. Προϋποθέσεις. Αποκλήρωση συζύγου. Υπαιτιότητα. Αγωγή διαζυγίου.

Ενορκες βεβαιώσεις. Δεν αποδείχθηκε ότι ο συντάξας την διαθήκη δεν είχε συνείδηση των πραττομένων.

Τα βαριά φάρμακα που έπαιρνε καθώς και οι χημειοθεραπείες δεν είχαν σαν αποτέλεσμα και την νοητική του αδυναμία ν΄ αντιλαμβάνεται το νόημα και την ουσία των πράξεών του και να διαχειρίζεται αυτές κατά την ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική διαταραχή βούλησή του.

Η σύζυγος βρισκόταν σε διάσταση με τον αποβιώσαντα και είχε αποξενωθεί από τον αποβιώσαντα λόγω της κλονισμένης της ψυχικής υγείας . Είχε   ασκήσει σε βάρος του αγωγές διεκδικώντας ποσοστά κυριότητας από τα ακίνητά του . Συνεπώς υπήρχε βάσιμος λόγος διαζυγίου. Εφόσον ο αποβιώσας είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου δεν απαιτείται να αποδειχθεί και υπαιτιότητα του συζύγου που αποκληρώθηκε.

Αλυσιτελής ο  ισχυρισμός της ότι δεν συνέτρεχε  υπαιτιότητά της επειδή είχε προηγηθεί υπαίτια συμπεριφορά του συζύγου της. Η υπαιτιότητα ως προς τον λόγο διαζυγίου ασκεί επιρροή μόνο αν δεν   έχει ασκηθεί αγωγή διαζυγίου από τον αποκληρώσαντα. Δεν αποδείχθηκε παροχή συγγνώμης προς αυτήν. Το ότι ο διαθέτης κατέλιπε ποσοστά της κληρονομιάς μικρότερα της νόμιμης μοίρας στα τέκνα του δεν είναι αντικείμενο της κρινόμενης δίκης.

Δεν λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις λόγω μη νόμιμης κλήτευσης αφού η κλήση επιδόθηκε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και πριν την συζήτηση της έφεσης στον δικηγόρο που παραστάθηκε πρωτόδικα και του οποίου είχε παύσει η ιδιότητά του ως αντικλήτου.

Αριθμός 2/2015  ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

“Οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες με την από 19.6.2010 (αριθ. καταθ. 6939/2010) αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι στις 14.4.2010 αποβίωσε στην Αθήνα ο σύζυγος και πατέρας τους αντίστοιχα ……………………………. ο οποίος με την 1993/10.2.2010 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών …………………………… εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τον εναγόμενο πατέρα του και τις ενάγουσες κόρες στα αναφερόμενα σ΄ αυτή περιουσιακά στοιχεία ενώ αποκλήρωσε την ενάγουσα σύζυγό του για το λόγο ότι κατά το χρόνο της σύνταξής της  είχε βάσιμο λόγο διαζυγίου και είχε ασκήσει και σχετική αγωγή.

Ότι η ανωτέρω διαθήκη είναι άκυρη διότι ο διαθέτης σύζυγος και πατέρας τους κατά το χρόνο της σύνταξής της δεν είχε συνείδηση των πράξεών του εξαιτίας της ισχυρής επίδρασης των φαρμάκων που ελάμβανε ως πάσχων από καρκίνο. Ότι η αποκλήρωση της ενάγουσας- συζύγου του είναι άκυρη διότι ο αναγραφόμενος στη διαθήκη αυτή λόγος είναι αβάσιμος διαφορετικά είχε αποσβεσθεί με συγνώμη.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, επικαλούμενες έννομο συμφέρον που συνίσταται στο γεγονός ότι αναγνωριζομένης της ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης,  θα καταστούν αυτές μοναδικές  εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του σ΄ολόκληρη την κληρονομία του (που ειδικά ως προς τις κόρες του η μερίδα τους θα είναι μεγαλύτερη αυτής  που τις κατέλιπε με τη διαθήκη) ζήτησαν ν΄αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίδικης, αναγνωριζομένων αυτών (εναγουσών) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και επικουρικά η πρώτη εξ αυτών ζήτησε ν΄ αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διάταξης της  αυτής διαθήκης περί αποκλήρωσής της λόγω αβασιμότητας  του αναφερομένου σ΄ αυτή λόγου διαζυγίου διαφορετικά λόγω παροχής συγγνώμης του  διαθέτη προς αυτή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγουσες με την κρινόμενη έφεσή τους για  εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του  νόμου και ζητούν την εξαφάνισή της προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ που ορίζει ότι «ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι 1) οι ανήλικοι 2) όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας 3) όσοι  κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους» προκύπτει  ότι με αυτήν προβλέπονται δύο περιπτώσεις κατάστασης ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και β) η ψυχική ή διανοητική  διαταραχή που επηρεάζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης.

Έλλειψη της συνείδησης των πράξεων υφίσταται όταν ο διαθέτης από αίτιο νοσηρό ή μη (μέθη, ύπνωση κ.λπ.) σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει τη διαθήκη και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνείδησης, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησης, ενώ ψυχική ή διανοητική διαταραχή που  περιορίζει σημαντικά τη λειτουργία της  βούλησης υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται  σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που περιορίζει αποφασιστικά και δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς (ΑΠ 1063/2006 ΕλΔνη 47 σελ 1418, ΑΠ 12/2005, ΑΠ 443/2003, ΑΠ1632/2002, ΑΠ 1145/1999, ΕΑ 7893/2002 ΝΟΜΟΣ).

Η συνδρομή της ανικανότητας με τις παρακάτω μορφές κρίνεται κατά της σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρονικό διάστημα δεν  ασκεί επιρροή (ΑΠ 1527/1999 ΕλΔνη 2000 σελ 328). Διαθήκη

που συντάσσεται  από τέτοιο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης πρόσωπο είναι αυτοδικαίως άκυρη και θεωρείται εξ αρχής ως μη γενομένη (άρθρα 1718,180 ΑΚ) και καθένας που  έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει με αγωγή ν΄ αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη (ΑΠ 1304/1999 ΕλΔνη 2003 σελ 766 ΑΠ 754/1999 ΕΕΝ 1996 σελ 154).

Η ικανότητα κατά τεκμήριο υφίσταται και συνεπώς αυτός που  επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του ΑΠ 1063/2006 ΕλΔνη 47 σελ 1418, ΑΠ 1527/1999 ΕλΔνη 44 σελ 1328, ΕΑ 3192/2003 ΕλΔνη 45 σελ 321 ΕΑ 9243/2002 ΑρχΝομ 2002 σελ 321, ΕΑ 4518/2001 ΕλΔνη 2002 σελ 1381).

Περαιτέρω κατά το άρθρο  1822 ΑΚ το κληρονομικό δικαίωμα, καθώς και το δικαίωμα στο εξαίρετο του συζύγου που επιζεί αποκλείονται, αν ο κληρονομούμενος, έχοντας λόγο διαζυγίου είχε ασκήσει την αγωγή διαζυγίου κατά του συζύγου του. Από τη διάταξη αυτή  προκύπτει ότι επέρχεται, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, αποκλεισμός του κληρονομικού δικαιώματος στο σύνολό του,  ήτοι περιλαμβανομένης και της νόμιμης μοίρας ως και του δικαιώματος εξαιρέτου του επιζώντος συζύγου, αν ο κληρονομούμενος είχε ασκήσει το διαπλαστικό του δικαίωμα να επιδιώξει τη λύση του γάμου με διαζύγιο υπό την προϋπόθεση πως είχε βάσιμο προς τούτο λόγο, δηλαδή νόμιμη αιτία που δικαιολογεί την αιτηθείσα διάπλαση.

Ως νόμιμες αιτίες που  δικαιολογούν την λύση του γάμου νοούνται οι εκ των άρθρων 1439 και 1440 ΑΚ, λόγοι διαζυγίου  στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αμαχήτως τεκμαιρόμενος εκ της υπερτετραετούς διαστάσεως κλονισμός της έγγαμης σχέσεως, ο οποίος κατά τον  ορισμό του νόμου (1439 παρ 2 εδ α) θεμελιώνεται ακόμη και στην περίπτωση που ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Επομένως το ανωτέρω έννομο αποτέλεσμα του αποκλεισμού επέρχεται ασχέτως υπαιτιότητας του εναγομένου συζύγου αφού ο νόμος αποσυνδέει τους λόγους διαζυγίου από την υπαιτιότητα.

Εξάλλου  από τον συνδυασμό της άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 1713, 1813, 1839 και 1842 ΑΚ συνάγεται  ότι μπορεί και ο κληρονομούμενος να αποκληρώσει το σύζυγό του υπό  τις ίδιες προϋποθέσεις, ήτοι εφόσον έχει ασκήσει κατ΄ αυτού αγωγή διαζυγίου έχω βάσιμο προς τούτο λόγο έστω και ανυπαίτιο εκφράζοντας έτσι και ρητώς την βούλησή του για την επέλευση του ίδιου αποτελέσματος χωρίς να εμποδίζεται  από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1842, η οποία απαιτεί για

την αποκλήρωση βάσιμο λόγο διαζυγίου απότοκο υπαίτιας συμπεριφοράς, έχει όμως εφαρμογή όταν  ο κληρονομούμενος δεν είχε ασκήσει μέχρι το θάνατό του το δικαίωμα διαζεύξεως.

Η υπαιτιότητα δηλαδή εκτιμάται στην αποκλήρωση μόνον αν ο κληρονομούμενος δεν είχε ασκήσει αγωγή διαζυγίου (ΑΠ 766/2004 ΕλΔνη 46 (2005 σελ 454).

Κατά το άρθρο 1843 ΑΚ ο λόγος της αποκληρώσεως πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ΄ αυτήν, εκείνος δε που επικαλείται την αποκλήρωση υποχρεούται ν΄ αποδείξει το λόγο αυτής (ΑΠ 1790/2009 ΕλλΔνη 2010 σελ 699 ΕφΘεσ 2513/2005 ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1281/1993 οπ. ΕΑ 3839/2003  ΕλΔνη 43 σελ 882, ΕΑ 97/2000 οπ). Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως λ.χ. όταν η διαθήκη συντάχθηκε από πρόσωπο ανίκανο ή δεν τηρήθηκε ο τύπος, που επιτάσσει ο νόμος

όταν  ο λόγος της αποκληρώσεως δεν αναφέρεται  στη διαθήκη ή ο αναφερόμενος λόγος δεν είναι αληθινός ή η αποκλήρωση έγινε για λόγο που δεν προβλέπεται στο νόμο ή γίνεται για λόγο που  έχει δοθεί συγγνώμη, η αποκλήρωση είναι άκυρη και ο μεριδούχος παίρνει τη νόμιμη μοίρα του, αποκλείεται για το πέραν αυτής ποσοστό της κληρονομίας.

Εκτός αν προκύπτει κάτι διαφορετικό από την ερμηνεία της διαθήκης (ΑΠ 1349/2009 ΕλΔνη 2006 ελ 159, ΑΠ 122/1499 ΕλΔνη 1448 σελ 576 ΕφΘεσ 2513/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 2855/2002 Αρμεν 2004 σελ 379, ΕΑ 4939/1992 Αρχ Νομ 1943 σελ 104 , ΕΑ 2477/1991 ΑρχΝ 1993 εως 2111 8). Συγγνώμη κατά την έννοια του άρθρου 1843 ΑΚ είναι η δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης θεωρεί ως μη κλονισθέντα πλέον και αποκατασταθέντα τον οικογενειακό δεσμό, που είχε διαταραχθεί  από τη συμπεριφορά του μεριδούχου  και επιθυμεί το παράπτωμα του μεριδούχου να μην έχει επιζήμιες γι΄αυτόν συνέπειες.

Η συγγνώμη μπορεί  να παρασχεθεί από τον διαθέτη ρητά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει η πρόθεσή του να συγχωρέσει εκείνη τη συμπεριφορά του μεριδούχου, η οποία αποτελεί λόγο αποκλήρωσης. Το βάρος της απόδειξης της παροχής συγγνώμης βαρύνεται με την επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει  η παροχή της συγγνώμης.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού και απ΄ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι

χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες αποτελούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η μεν 7546/13.11.2011 που  δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών.

Για το λόγο ότι ελήφθη χωρίς νόμιμη κλήτευση των εκκαλουσών οι δε  1810, 1811 και 1812/28.11.2013, που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς, διότι ελήφθησαν χωρίς νόμιμη κλήτευση του εφεσιβλήτου, καθόσον έγινε (η κλήτευση) στον πληρεξούσιο δικηγόρο που είχε παρασταθεί στην πρωτοβάθμια δίκη, μετά την έκδοση της απόφασης (3-9-2012) και πριν τη συζήτηση της στον οποίο  ως εκ του νόμου αντίκλητο του εφεσιβλήτου, θα μπορούσαν να γίνουν μόνο οι επιδόσεις που αφορούσαν την πρωτοβάθμια δίκη όχι όμως και  η επίδοση της κλήσης για παράσταση στη λήψη ενόρκως βεβαιώσεων στην  έκκλητη δίκη κατά το χρόνο της οποίας αυτός, ως δικηγόρος που είχε παραστεί πρωτοδίκως είχε παύσει να έχει εξ αυτού και μόνου λόγου την ιδιότητα του αντικλήτου του εφεσιβλήτου.

Aποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις 14-4-2010 απεβίωσε στην Αθήνα και συγκεκριμένα  στο ναυτικό νοσοκομείο Αθηνών, ο …………………………………., σύζυγος της πρώτης των εκκαλουσών, πατέρας των λοιπών (εκκαλουσών) και γιος του εφεσιβλήτου. Τον Οκτώβριο του έτους 2009 διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω αποβιώσας έπασχε από καρκίνο του πνεύμονος. Αμέσως μετά άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθμό καταθ 11129/11-11-2009 αγωγή με την οποία ζητούσε να λυθεί ο γάμος του με την εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα σύζυγό του με την οποία τελούσε ήδη σε διάσταση από τον Μάιο του ίδιου έτους διότι είχε κλονισθεί από λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπό της.

Η αγωγή όμως αυτή δεν συζητήθηκε κατά  την κριθείσα δικάσιμο της 21.5.2010 λόγω του επιγενομένου θανάτου του ενάγοντος. Μεταξύ των λόγων διαζυγίου που περιλαμβανόταν στην  ως άνω αγωγή ήταν και ότι η άσχημη κατάσταση της ψυχικής υγείας της εναγομένης συζύγου είχε ως επακόλουθο την έλλειψη οποιασδήποτε μεταξύ των διαδίκων αυτών επαφής και  επικοινωνίας.

Εν συνεχεία η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και τον Δεκέμβριο εισήχθη για νοσηλεία στο προαναφερθέν νοσοκομείο (ναυτικό) στο οποίο και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι το θάνατό του. Προς αντιμετώπιση της ασθένειάς του, που είχε επεκταθεί λόγω μεταστάσεων, υποβαλλόταν σε χημειοθεραπείες και ακτινοθεραπείες.

 Ακολούθως η πρώτη εκκαλούσα προέβη σε δικαστικές ενέργειες με τις οποίες επεδίωκε την απόκτηση ποσοστού συγκυριότητας επί των

ακινήτων, που ο ως άνω σύζυγός της  είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Ειδικότερα άσκησε κατ΄ αυτού, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τις με αριθμό  καταθ 779 και 780/28-1- 2010 αγωγές της και τις με αριθμό καταθ. 663 και 664/28-1-2010 αιτήσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

Με τις ως άνω αγωγές η εν λόγω ενάγουσα ζητούσε ν΄ αναγνωρισθεί συγκυρία κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφομένων σ΄ αυτές (αγωγές) ακινήτων, που απέκτησε ο εναγόμενος σύζυγός της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, διαφορετικά να της καταβληθεί  η αξία του ποσοστού αυτού ανερχομένης το ποσό των (80.000+80.000) 160.000 ΕΥΡΩ. Με τις αιτήσεις δε των ασφαλιστικών μέτρων ζητούσε να διαταχθεί η  συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και  ακίνητης περιουσίας του καθ ου προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της.

Επί των τελευταίων (αιτήσεων) οι οποίες συζητήθηκαν στις 2-3-2010 εκδόθηκε  η 2971/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις αυτές και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ΄ου μέχρι του ποσού των 85.000 ευρώ. Υφισταμένης δε της ως άνω αντιδικίας και εκ ως τούτου και της διαταραχής της προσωπικής σχέσης των ως άνω συζύγων συντάχθηκε εντός του ναυτικού νοσοκομείου Αθηνών και ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ………………………… η 1993/16.2.2010 δημόσια διαθήκη του ………………..

Με την διαθήκη του αυτή ο ως άνω κατέλιπε τα περιουσιακά του στοιχεία στον εφεσίβλητο πατέρα του και στις δεύτερη και Τρίτη εκκαλούσες κόρες του. Με την ίδια διαθήκη, ο διαθέτης αποκλήρωσε την εκκαλούσα σύζυγό του αναφέροντας επί λέξει τα εξής : «Την ως σήμερα σύζυγό μου ……………….., με την οποία βρίσκομαι σε διάσταση και κατά της οποίας έχω ασκήσει αγωγή διαζυγίου έχοντας βάσιμους λόγους διαζυγίου αναγόμενους σε αποκλειστική υπαιτιότητά της την αποκληρώνω και δεν της αφήνω τίποτε από την περιουσία μου».

Περαιτέρω από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία έχουν συνταχθεί κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο σύνταξης της εν λόγω διαθήκης προκύπτει η βαρειά κατάσταση της υγείας του διαθέτη λόγω υποτροπής της  επέκτασης της νόσου με πνευμονική λεμφαγγειακή διασπορά παρά τις γενόμενες ακτινοθεραπείες και χημειοθεραπείες.

Η αναφερόμενης τα πιστοποιητικά αυτά κατάσταση της υγείας του διαθέτη και τα ισχυρά φάρμακα που ελάμβανε δεν συνεπαγόταν και την νοητική του αδυναμία ν΄ αντιλαμβάνεται το νόημα και την ουσία των πράξεών του και να διαχειρίζεται αυτές κατά την ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική διαταραχή βούλησή του.

Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρός του εναγομένου-εφεσιβλήτου ο οποίος επισκεπτόταν τακτικά τον ως άνω διαθέτη κατά την νοσηλεία του στο ναυτικό νοσοκομείο και είχε άμεση γνώση περί της πνευματικής κατάστασης αυτή και δεν αναιρείται και από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε  από την πλευρά των εναγουσών-εκκαλουσών που καταθέτει ότι ο διαθέτης είχε και πνευματικές αναλαμπές.

Έτσι έχοντας πνευματική διαύγεια και επίγνωση όλης της προαναφερόμενης κατάστασης και του κλονισμού της σχέσεώς του με την πρώτη εκκαλούσα σύζυγό του  με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, βρισκόταν και σε αντιδικία, προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του, η οποία δημοσιεύτηκε με τα 3421/28.5.2010 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ως εκ τούτου η διαθήκη αυτή είναι έγκυρη.

Το γεγονός αν τα καταλειφθέντα με την ως άνω διαθήκη περιουσιακά στοιχεία στις εκκαλούσες κόρες του διαθέτη δεν καλύπτουν τις νόμιμες μοίρες δεν μπορεί να τύχει έρευνας από το παρόν Δικαστήριο καθόσον η κρινόμενη αγωγή δεν περιέχει τέτοια βάση (συμπλήρωση νόμιμης μοίρας κατ΄ άρθρο 182 ΑΚ).

Περαιτέρω αναφορικά με τις επικουρικές βάσεις της αγωγής και το λόγο αποκλήρωσης της πρώτης εκκαλούσας αποδείχθηκαν τα εξής : Η πρώτη εκκαλούσα και ο ως άνω διαθέτης τέλεσαν νόμιμο γάμο στις  15.10.1988 από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τις δεύτερη και τρίτη εκκαλούσες. Η έγγαμη συμβίωση των εν λόγω συζύγων υπήρξε ομαλή κατά τα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου τους δεδομένου ότι μεταξύ τους υπήρχαν ισχυρά συναισθήματα αγάπης.

Η κακή διαχείριση των οικονομικών από το ζευγάρι αλλά και η μετέπειτα εμπορική αποτυχία της πρώτης εκκαλούσας, σε συνδυασμό με την εσωστρέφεια του χαρακτήρα της κλόνισαν την ψυχική της υγείας με επακόλουθο και τον κλονισμό της σχέσης της με τον σύζυγό της. Αυτή αρχικά συμμετείχε με λοιπούς εταίρους  τον αδελφό της και τον σύζυγο της μητέρας της σε οικογενειακή εμπορική εταιρία, η οποία όμως δεν είχε επιτυχή πορεία και δημιουργήθηκαν πολλά χρέη κατά τη λειτουργία της.

Επίσης αποτυχημένη ήταν και η ατομική ενασχόληση της εκκαλούσας με την εμπορία ενδυμάτων στην Σαλαμίνα και εξαιτίας των χρεών που είχαν σωρευθεί αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία της σχετικής επιχείρησής της. Αυτή μετά  απ΄ όλα αυτά εμφάνισε  μείζονα κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, υστερικές  καταστάσεις, αυτοκτονικές τάσεις και  προς αντιμετώπιση όλης αυτής της κατάστασης νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική κλινική του Αττικού Νοσοκομείου.

Η κατάσταση αυτή επέφερε σταδιακά την έλλειψη οποιασδήποτε επικοινωνίας μεταξύ των συζύγων και από τον Μάιο του έτους 2009 διέκοψαν την έγγαμη συμβίωσή τους και ο μεν σύζυγος εγκαταστάθηκε στην πατρική του οικία στο Νέο Ψυχικό Αττικής η δε σύζυγος σε μισθωμένο διαμέρισμα στον Πειραιά.

Επομένως ο επικληθείς, στην προαναφερόμενη αγωγή του αποβιώσαντος διαθέτη, λόγος διαζυγίου είναι βάσιμος και ως εκ τούτου δικαιολογεί και την αποκλήρωση της εναχθείσας συζύγου του ενόψει μάλιστα ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συγγνώμη αυτού (διαθέτη), όπως αυτής ισχυρίζεται. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, η διαταραχή των σχέσεων των διαδίκων και η μεταξύ τους αντιδικία συνεχίστηκε και μετά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης και μέχρι το  θάνατο αυτού.

Ο ισχυρισμός της πρώτης εκκαλούσας ότι ο ως άνω λόγος διαζυγίου και αληθής υποτιθέμενος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της  και ότι για την κατάσταση αυτή  προηγήθηκε υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος συζύγου δεν είναι πρόσφορος να επιδράσει στην έκβαση της δίκης αφού για τον αποκλεισμό αυτής (συζύγου) από την κληρονομιά του συζύγου της, συνακολούθως δε και για την εκ μέρους του ……  προς διάζευξη συζύγου της, άσκηση δικαιώματος για αποκλήρωσή της, αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, μόνο η βασιμότητα του προβληθέντος λόγου διαζυγίου, έστω  και ο λόγος αυτός ήταν ανυπαίτιος για τον εναχθέντα.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια αναφορικά με την εγκυρότητα της επίμαχης  διαθήκης και τη βασιμότητα του λόγου αποκλήρωσης της πρώτης εκκαλούσας από τον διαθέτη σύζυγό της (υφισταμένου και κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και κατά το χρόνο θανάτου αυτού) και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως προς όλες τις  βάσεις της  ορθώς έκρινε, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία  και επομένως, οι τ΄ αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ΄ ακολουθίαν όλων αυτών η κρινόμενη έφεση πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας λόγω της

ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφάνισαν ως προς την ερμηνεία τους οι κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση αλλά και ως προς τις δεύτερη και τρίτη εκκαλούσες λόγω του ότι είναι συγγενείς δευτέρου βαθμού με τον εφεσίβλητο (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ύψους 200 ευρώ που κατέθεσαν οι εκκαλούσες κατά την κατάθεση της έφεσής τους.”

Επικοινωνήστε μαζί μας

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την αποκλήρωση κληρονόμου , και γενικότερα για κληρονομικά θέματα  μπορείτε να απευθύνεστε στα δικηγορικό μας γραφεία στα παρακάτω τηλέφωνα.

 

Θεσσαλονίκη: 2310 500 442

Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200

Αθήνα: 210 9585365

 

(Ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:00-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης)

Μενού
Call Now Button
Shares