15 παράνομες χρεώσεις των Τραπεζών

15 παράνομες χρεώσεις των Τραπεζών

Γράφει ο Μιχαήλ Ζηδιανάκης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκη

Πλήθος δικαστικών αποφάσεων έχει κρίνει πολλές από τις πρακτικές των τραπεζών ως παράνομες, καταχρηστικές και αντιβαίνουσες στο νόμο περί προστασίας καταναλωτή. Προκειμένου να εξασφαλίζεται ισομέρεια στις συναλλαγές και να προστατεύεται ο ασθενέστερος καταναλωτής-δανειολήπτης, θα πρέπει ο τελευταίος να λαμβάνει πλήρη και ορισμένη πληροφόρηση από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Παρακάτω παρατίθενται 15 παράνομες χρεώσεις των Τραπεζών που έχουν κριθεί νομολογιακά.

  • Η προμήθεια κατά την ανάληψη μετρητών με πιστωτική κάρτα.
  • Η χρέωση με έξοδα φακέλου για την έκδοση στεγαστικού δανείου.
  • Η επιβολή ποινής πρόωρης εξόφλησης (penalty) στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
  • Η αύξηση στην ετήσια συνδρομή των πιστωτικών καρτών, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του κατόχου.
  • Η καταγγελία της σύμβασης του δανειολήπτη και η απαίτηση ολόκληρου το ποσού της οφειλής σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής κάποιων δόσεων.
  • Η μονομερής μεταβολή στους όρους των λογαριασμών καταθέσεων.
  • Η επιβολή εξόδων αδράνειας κάποιου ποσού σε λογαριασμούς που δεν κινούνται για πάνω από 18 μήνες.
  • Ο περιορισμός της ευθύνης της τράπεζας σε περίπτωση που γίνει παράνομη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος βιβλιαρίου κατάθεσης.
  • Η είσπραξη εξόδων χρηματοδότησης για τη χορήγηση του δανείου.
  • Ο υπολογισμός των τόκων του δανείου με βάση το έτος των 360 ημερών αντί για 365 με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη επιβάρυνση του δανειολήπτη.
  • Η επιβολή χρονικού περιθωρίου (π.χ. 30 ημερών) στον πελάτη για να αμφισβητήσει τις χρεώσεις του, αλλιώς θεωρείται ότι τις κάνει δεκτές.
  • Η καταβολή προμήθειας ή λειτουργικών εξόδων από τον καταναλωτή στο πιστωτικό ίδρυμα, σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από κατάστημα ή ΑΤΜ του ίδιου πιστωτικού ιδρύματος.
  • Ο όρος που υποχρεώνει τον καταθέτη να ειδοποιήσει αμέσως την τράπεζα, σε περίπτωση απώλειας του βιβλιαρίου καταθέσεων, και ορίζει ότι η τράπεζα δεν ευθύνεται σε περίπτωση που πραγματοποιήσει πληρωμή σε άλλο πρόσωπο, πριν λάβει την προαναφερόμενη ειδοποίηση.
  • Ο όρος που περιορίζει την ευθύνη των τραπεζών μόνο για δόλο ή για βαριά αμέλεια υπαλλήλου της, σε περίπτωση μη γνήσιας υπογραφής σε δελτία ή εντολές πληρωμής, αποκλείοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευθύνη της για ελαφρά αμέλεια.

Ως επακόλουθο κάθε τραπεζική υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται ενδελεχώς για να διαπιστωθούν αν υφίστανται παράνομες και υπερβολικές χρεώσεις  σε δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Ως μέσα άμυνα οι δανειολήπτες έχουν την άσκηση αγωγής αναγνώρισης του πραγματικού υπολοίπου.

Σχετική νομολογία παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων και τόκων τραπεζών

Στην υπ’ αριθ. 711/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι: «Με το Ν. 2251/1994 διαγράφεται ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο προστασίας των καταναλωτών. Μεταξύ των άλλων ρυθμιζόμενων περιπτώσεων του ανωτέρω νόμου, το άρθρο 2 έχει ως αντικείμενο τους γενικούς όρους συναλλαγών [ΓΟΣ] με την ενδεικτική απαρίθμηση των καταχρηστικών γενικών όρων.

Ως γενικοί όροι συναλλαγών ορίζονται οι μονομερώς προδιατυπωμένοι συμβατικοί όροι, με προορισμό την ομοιόμορφη πολλαπλή χρήση, τους οποίους ο ένας συμβαλλόμενος επιβάλλει κατά την κατάρτιση της σύμβασης στον άλλον, χωρίς ατομική διαπραγμάτευση.

Όπως αναφέρεται ρητά στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 1) οι γενικοί όροι συναλλαγών είναι εκείνοι «που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων, για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων». Χαρακτηριστικά των ΓΟΣ, υπό την έννοια του νόμου, αποτελούν:

1) ο συμβατικός χαρακτήρας τους, πρόκειται δηλαδή για όρους που προορίζονται να καταστούν περιεχόμενο μιας συμβατικής ρύθμισης και μάλιστα ως τέτοιοι όροι καθορίζουν κατά κανόνα επουσιώδη συμπληρωματικά στοιχεία της σύμβασης, είτε κατ’ απόκλιση διατάξεων ενδοτικού δικαίου, είτε ως πρόσθετοι όροι για θέματα μη καλυπτόμενα από διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Εξαιρετικώς μόνο μπορούν με ΓΟΣ να ρυθμίζονται και ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης,

2) οι ΓΟΣ περαιτέρω είναι όροι μονομερώς εκ των προτέρων διατυπωμένοι και δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κατά τη σύναψη της σύμβασης,

3) οι ΓΟΣ ως προδιατυπωμένοι όροι προορίζονται να αποτελούν τυπικό και ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός «απροσδιορίστου» αριθμού συμβάσεων. Οι ΓΟΣ, δηλαδή, λειτουργικά είναι ένα μόρφωμα της τυποποιημένης μαζικής συναλλαγής. Τυπικό και ομοιόμορφο περιεχόμενο σημαίνει περιεχόμενο όμοιο κατά τα βασικά τυπικά του στοιχεία.

Οι ΓΟΣ πρέπει να προορίζονται να αποτελέσουν (τυπικό και ομοιόμορφο) περιεχόμενο «απροσδιορίστου» αριθμού συμβάσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει πρόθεση (και μάλιστα από τη πλευρά του συντάκτη των όρων) πολλαπλής χρήσης των όρων σε «απροσδιόριστο» αριθμό συμβάσεων, 4) οι ΓΟΣ τίθενται από τον ένα συμβαλλόμενο (χρήστη) στον άλλον (πελάτη) κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Ως χρήστης νοείται εδώ «ο προμηθευτής» και ως πελάτης «ο καταναλωτής».

Προμηθευτής είναι σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β’ του Ν. 2251/1994 «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή».

Ενώ κατά το άρθρο 1 παρ. 4 εδ. α’ του άνω νόμου «καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους».

Ο χαρακτήρας αυτός των ΓΟΣ έχει ως συνέπεια, στο βαθμό που με αυτούς τροποποιείται το υφιστάμενο ενδοτικό δίκαιο, να μεταθέτουν στον καταναλωτή συμβατικούς κινδύνους και βάρη που κανονικά βάση του ενδοτικού δικαίου, θα έπρεπε να φέρει ο προμηθευτής, αλλά και εκεί που ενδοτικό δίκαιο δεν υπάρχει, οι συμβατικοί κίνδυνοι κατανέμονται μέσω αυτών [ΓΟΣ] κατά κανόνα έτσι ώστε να ευνοούνται μονομερώς τα συμφέροντα του προμηθευτή και να παραμελούνται τα δικαιολογημένα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου του καταναλωτή.

Με αυτή την έννοια λείπουν σε αυτές τις περιπτώσεις των ΓΟΣ τα τυπικά εχέγγυα «ορθότητος» που παρέχει η ατομική σύμβαση, ότι δηλαδή αυτό ελεύθερα συμφωνήθηκε ανταποκρίνεται καταρχήν στα συμφέροντα και των δύο μερών διότι αυτή είναι και η νομοθετική αφετηρία η συμβατική ελευθερία εγγυάται τη συμβατική δικαιοσύνη. Ο καταναλωτής είναι κατά κανόνα σε μειονεκτική θέση.

Συνήθως αποδέχεται χωρίς αντίρρηση τους ΓΟΣ που θέτει ο προμηθευτής, άλλοτε διότι λόγω οικονομικής υπεροχής του προμηθευτή είναι ή αισθάνεται αδύναμος να προκαλέσει αλλαγές στους όρους (οικονομική κατωτερότητα), άλλοτε διότι δεν διαθέτει τις αναγκαίες συναλλακτικές και νομικές γνώσεις για την κατανόηση των όρων (διανοητική κατωτερότητα).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ν. 2251/1994 διακρίνονται τρεις μορφές δικαστικού ελέγχου των ΓΟΣ: 1) Ο έλεγχος της ένταξης των ΓΟΣ στη σύμβαση. Η ένταξη των ΓΟΣ στη σύμβαση γίνεται με ιδιαίτερη συμφωνία, τη συμφωνία ένταξης.

Κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2251/1994, «οι γενικοί όροι συναλλαγών δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή αν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους».

Επομένως, κατά την έννοια του νόμου, ο προμηθευτής οφείλει να προβεί σε ρητή επισήμανση προς τον καταναλωτή κατά τη σύναψη της σύμβασης ότι η σύμβαση πρέπει να καταρτιστεί κατά τους προτεινόμενους όρους. Ρητή επισήμανση σημαίνει ρητή παραπομπή.

Η παρ. 3 του άρθρου 2 αναφέρει: «Έντυποι γενικοί όροι συναλλαγών εκτυπώνονται ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης».

Τούτο σημαίνει ότι ο προμηθευτής πρέπει να εξασφαλίσει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να αποκτήσει γνώση του περιεχομένου των όρων κατά τρόπο αξιώσιμο, δηλαδή χωρίς σοβαρή δυσκολία, 2) Ο έλεγχος των ΓΟΣ μέσω ερμηνείας.

Εφόσον κατά το νόμο οι ΓΟΣ έχουν ενταχθεί στη σύμβαση υπόκεινται εν συνεχεία στον δικαστικό έλεγχο μέσω ερμηνείας σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών, με εφαρμοστέα μέθοδο την αντικειμενική, δηλαδή ως κριτήριο κατά την ερμηνεία των ΓΟΣ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το πεδίο κατανόησης του μέσου εκπροσώπου του συναλλακτικού κύκλου, στον οποίο απευθύνονται οι ΓΟΣ του συγκεκριμένου προμηθευτή, με δύο αποκλίσεις:

α) Κατ’ άρθρο 2 παρ. 4 «όροι που συμφωνήθηκαν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικοί όροι) είναι επικρατέστεροι από τους αντίστοιχους γενικούς όρους» και

β) Κατ’ άρθρο 2 παρ. 5 «σε περίπτωση αμφιβολίας οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή» και στην ίδια παρ. 5 αναφέρεται «κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού».

Ο κανόνας της παρ. 5 ότι δηλαδή οι ασαφείς ρήτρες των ΓΟΣ ερμηνεύονται εις βάρος του προμηθευτή (κανόνας της ασαφούς ρήτρας) αποτελεί ειδική εκδήλωση της γενικής ερμηνευτικής αρχής in dubio contra stipulatorem 3) Ο άμεσος έλεγχος των ΓΟΣ έλεγχος δηλαδή του κύρους του περιεχομένου τους.

Για την τρίτη αυτή μορφή του ελέγχου των ΓΟΣ χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα κριτήρια που προκύπτουν από το Ν. 2251/1994 και ειδικότερα και με την παρ. 6 του άρθρου 2 ορίζεται μία γενική ρήτρα περί απαγόρευσης των καταχρηστικών ΓΟΣ, ενώ με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου καθιερώνεται ένας κατάλογος συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται exlege ως καταχρηστικοί και επομένως άκυροι και απαγορευτέοι.

Ο Ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές» στην παρ. 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας παραπάνω οδηγίας «τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή».

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο του άρθρου 6 του άρθρου 2 «γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι».

Ο νομοθετικός αυτός ορισμός αποτελεί νομοθετική εξειδίκευση του γενικότερου κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ περί απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή θεσμού, εδώ του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας. […] Το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 στην αρχική διατύπωση χρησιμοποιούσε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων» πράγμα “”που όχι μόνο περιόριζε σημαντικά τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ, αλλά και δεν ήταν σύμφωνος με την διαληφθείσα διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της οδηγίας, η οποία ομιλεί για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών».

[…] Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν, ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντος τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών».

Στην προκείμενη περίπτωση κρίθηκε καταχρηστικός ο όρος σύμφωνα με τον οποίο κατά την κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου που αφορούσε ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα ταμεία της τράπεζας, χρέωνε τον καταναλωτή με ποσό το οποίο προβλέπεται σε σχετικό κατάλογο προμηθειών ενώ κρίθηκε ως  καταχρηστικός και ο όρος δανειακών συμβάσεων με τον οποίο προβλέπεται η κατάθεση του προϊόντος του δανείου σε δεσμευμένο λογαριασμό του οφειλέτη στην τράπεζα και η σταδιακή αποδέσμευση αυτού με την ταυτόχρονη όμως καταβολή τόκου εκ μέρους του οφειλέτη-καταναλωτή για το σύνολο του ποσού του δανείου και όχι για το μέρος αυτού το οποίο βρίσκεται στη διάθεσή του.

Στην υπ’ αριθ. 430/2005 του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι: «Κατά το άρθρο 2 παρ.6 του ν. 2251/1994 “περί προστασίας των καταναλωτών”, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του καταναλωτή.

Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφοράη σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται.Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, καταχρηστικοί, ενδεικτικά, είναι οι ΓΟΣ, που, μεταξύ άλλων,

ε) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς λύσης ή τροποποίησης της σύμβασης χωρίς ορισμένο ειδικό και σπουδαίο λόγο

ια) χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή …

ιγ) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή …

κστ) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις …

κζ) αναστρέφουν το βάρος απόδειξηςσε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα… λ) επιβάλλουν στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση.

Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενδεικτικά περιπτώσεις γενικών όρων θεωρούνται, άνευ ετέρου, από το νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες ως προς τον έλεγχο των ΓΟΣ αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του ΑΚ μετα αναφερόμενα σ` αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσης των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών.

Ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας αυτής χρησιμεύει κάθε φοράτο ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση. Τα συμφέροντα,η διατάραξη της ισορροπίας των οποίων εις βάρος του καταναλωτή μπορεί να χαρακτηρίσει έναν γενικό όρο άκυρο ως καταχρηστικό, πρέπει να είναι ουσιώδη, η διατάραξη δε αυτή πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντική σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης.

[…] Δηλαδή ερευνάται ποιες συνέπειεςθα έχει η διατήρηση ή κατάργηση του όρου για κάθε πλευρά, πώς θα μπορούσε κάθε μέρος να εμποδίσει την επέλευση του κινδύνου που θέλει να αποτρέψει ο συγκεκριμένος γενικός όρος και πώς μπορεί κάθε μέρος να προστατευθεί από τις συνέπειες της επέλευσης του κινδύνου με δικές του ενέργειες. Οι ΓΟΣ, τέλος, πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας, να παρουσιάζουν τα δικαιώματακαι τις υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή».

Στην προκείμενη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει ότι είναι καταχρηστικός ο όρος με τον οποίο οι καταναλωτές υποχρεώνονται να καταβάλλουν στις τράπεζες, όταν εξοφλούν πρόωρα στεγαστικό δάνειο, ποσό που συνήθως ανέρχεται σε 2,50% επί του προεξοφλούμενου κεφαλαίου του δανείου.

Επιπλέον, επισημαίνει ότι η γνωστή ως ποινή πρόωρης εξόφλησης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στην περίπτωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, καθώς η τράπεζα επανατοποθετώντας τα χρήματα επιτυγχάνει την ίδια επιτοκιακή απόδοση και δεν υφίσταται καμία ζημία. Ο Άρειος Πάγος έκρινε, επίσης καταχρηστικό τον όρο σύμφωνα με τον οποίο η τράπεζα υπολογίζει τους τόκους με έτος 360 ημερών αντί 365 ή 366 ημερών, με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται πρόσθετα ο δανειολήπτης.

Επικοινωνήστε μαζί μας:

Για νομικές συμβολές σχετικά με χρεώσεις δανείων και τραπεζικά  θέματα μπορείτε να απευθύνεστε στα Δικηγορικά μας γραφεία:

  • Θεσσαλονίκη: 2310 500 442
  • Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200
  • Αθήνα: 210 9585365

(ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:00-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης και Παρασκευής)

 

Μενού
Call Now Button
Shares
Scroll Up