Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς

 

Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς

Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς,  γράφει ο Μιχαήλ Ζηδιανάκης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης 

 

Περιεχόμενα Απόκρυψη

Τι είναι η αποποίηση κληρονομιάς;

Αποποίηση, σύμφωνα με το νόμο, είναι η δήλωση βούλησης του κληρονόμου, ότι δεν δέχεται την κληρονομιά που του έχει υπαχθεί κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου. Η κληρονομιά μπορεί να συνίσταται μόνο σε παθητικό (χρέη), σε ενεργητικό (περιουσία) ή και τα δύο. Στην περίπτωση των χρεών η ανάγκη αποποίησης κληρονομιάς είναι προφανής.

Στην περίπτωση ύπαρξης και χρέους και περιουσίας θα πρέπει ο κληρονόμος να αξιολογεί την αξία της κληρονομιάς σε συνάρτηση με τα χρέη για να αποφασίσει αν θα κληρονομήσει ή θα αποποιηθεί.

Ποιος έχει δικαίωμα αποποίησης της κληρονομιάς;

Δικαίωμα αποποίησης έχει από το νόμο κάθε κληρονόμος, ανεξάρτητα από το γενεσιουργό λόγο της κληρονομικής διαδοχής με βάση τον οποίο καλείται στην κληρονομιά. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να αποποιηθούν οι κληρονόμοι ανεξάρτητα αν είναι κληρονόμοι εκ διαθήκης ή εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου διαδοχή).

Ποια είναι η προθεσμία αποποίησης κληρονομιάς;

• Προθεσμία αποποίησης αποποίησης κληρονομιάς:

Σύμφωνα με το άρθρο 1847 Α.Κ., η αποποίηση της κληρονομιάς πρέπει επί ποινή ακυρότητας να γίνει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου και ότι καταλείπεται σε αυτόν μέρος της κληρονομιάς. Πρέπει, επομένως, να γνωρίζει όχι μόνο ότι επήλθε ο θάνατος αλλά και ότι συντρέχουν οι αναγκαίοι όροι για την επαγωγή της κληρονομιάς σε αυτόν π.χ. ότι είναι ο πλησιέστερος συγγενής.

Ως επακόλουθο, πρέπει να επισημανθεί ότι η προθεσμία των τεσσάρων μηνών δεν ξεκινάει από τον θάνατο, αλλά από τη στιγμή που έλαβε γνώση του θανάτου ο κληρονόμος.

Το παραπάνω είναι πολύ χρήσιμο στην φαινομενικά εκπρόθεσμη αποποίηση, καθώς αν ο κληρονόμος αποδείξει ότι δεν είχε γνώση του θανάτου αλλά έλαβε αργότερα, ο χρόνος για την αποποίηση κληρονομιάς μετράει από όταν έμαθε το γεγονός.
Κάτι τέτοιο δεν είναι απίθανο, ιδίως σε περιπτώσεις μακρινών συγγενών ή όταν ο κληρονόμος δεν έχει σχέσεις ή επικοινωνία με τον θανόντα.

Στην επαγωγή από διαθήκη η τετράμηνη προθεσμία αρχίζει μετά τη δημοσίευση της διαθήκης.

Εξαίρεση από την τετράμηνη προθεσμία εισάγεται σε δύο περιπτώσεις, στις οποίες η προθεσμία είναι ενός (1) έτους. Η πρώτη εξαίρεση συντρέχει αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό, ενώ η δεύτερη εάν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό.

Η προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία εξυπηρετεί πρώτον τη δυνατότητα των κληρονόμων να ενημερωθούν το συντομότερο δυνατό για την κατάσταση της κληρονομιάς, κυρίως για την ύπαρξη και το ύψος των χρεών και να αποφασίσουν εντός αυτού του εύλογου διαστήματος αν θα προβούν σε αποδοχή ή αποποίηση της κληρονομιάς. Κατά δεύτερο, επιδιώκεται με την καθοριζόμενη προθεσμία να διασαφηνιστεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ποιος είναι οριστικός κληρονόμος, θέμα που ενδιαφέρει τόσο τα πρόσωπα που θα κληθούν στην κληρονομιά μετά από ενδεχόμενη αποποίηση του πρώτου σε σειρά κληρονόμου όσο και τους δανειστές της κληρονομιάς.

• Ικανότητα προς αποποίηση:

Επιπροσθέτως, για την έγκυρη αποποίηση, απαιτείται δικαιοπρακτική ικανότητα του κληρονόμου, που επιθυμεί να αποποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι σε περιπτώσεις ανίκανων προσώπων προς δικαιοπραξία, η αποποίηση πρέπει να γίνει από το νόμιμο αντιπρόσωπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αποποίηση κληρονομιάς από ανήλικο τέκνο.

• Νόμιμος τύπος:

Τέλος, για την έγκυρη δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς απαιτείται να τηρηθεί και ο σχετικός τύπος, δηλαδή να γίνει με δήλωση στη γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομιάς. Εν προκειμένω, αρμοδιότητα έχει το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας όπου ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του την κατοικία του, και αν δεν είχε κατοικία, τη διαμονή του.

Υπάρχει δυνατότητα εκπρόθεσμης αποποίησης μετά την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας;
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 1847 ΑΚ τετράμηνη προθεσμία πρόκειται για αποσβεστική του δικαιώματος προθεσμία. Αυτό σημαίνει ότι αν παρέλθει αυτή η προθεσμία χάνεται αυτό το δικαίωμα του (προσωρινού) κληρονόμου. Προβλέπεται, επιπλέον, στην ίδια διάταξη ποινή ακυρότητας σε περίπτωση μη ενέργειας εντός αυτής της προθεσμίας.

Η δήλωση, δηλαδή, αποποίησης του κληρονόμου που γίνεται μετά την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας είναι άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα έγκυρης αποποίησης μετά την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας, παρά μόνο με δικαστική απόφαση όπως θα εξετάσουμε παρακάτω.

Ποιες είναι οι συνέπειες μη έγκαιρης δήλωσης αποποίησης κληρονομιάς;

Στην περίπτωση που παρέλθει η τετράμηνη προθεσμία και αποσβεστεί το δικαίωμα ο προσωρινός κληρονόμος καθίσταται αυτομάτως και οριστικός κληρονόμος. Η κληρονομιά θεωρείται, λοιπόν, ότι έχει γίνει αποδεκτή (πλασματική αποδοχή κληρονομιάς).

Ειδικότερα, αν οι προσωρινοί κληρονόμοι δεν αποποιηθούν έγκαιρα την κληρονομία εντός 4 μηνών από τότε που έμαθαν ότι κατέστησαν (προσωρινοί) κληρονόμοι και τον λόγο για τον οποίο κατέστησαν κληρονόμοι, θεωρείται ότι αποδέχθηκαν την κληρονομία, αποδεχόμενοι τόσο το τυχόν ενεργητικό όσο και το τυχόν παθητικό της κληρονομιάς, ευθυνόμενοι δε και με την ατομική τους περιουσία στην περίπτωση ύπαρξης χρεών στην κληρονομιαία περιουσία.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για μία ιδιαίτερα δυσμενή κατάσταση για τους προσωρινούς κληρονόμους που καθίστανται πλέον και οριστικοί, χωρίς την θέλησή τους, και μόνο δικαστικώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η ακύρωση μίας τέτοιας «πλασματικής αποδοχής κληρονομίας» και εφόσον φυσικά συντρέχουν οι απαιτούμενες χρονικές και νομικές προϋποθέσεις.

Πως μπορεί να γίνει εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς. Ποια είναι η διαδικασία;

Με το άρθρο 1857 ΑΚ δίνεται η δυνατότητα για άσκηση αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής της κληρονομιάς, η οποία επήλθε μετά την άπρακτη παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς. Ο νόμος ορίζει τις περιπτώσεις, όπου είναι δυνατή η ακύρωση της πλασματικής αποδοχής και αφορούν τις περιπτώσεις της πλάνης, απάτης ή απειλής. Στις περιπτώσεις αυτές έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εκτός αν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση π.χ. α. 1857 παρ. 2-4 ΑΚ

Αν αυτή η πλασματική αποδοχή εκ μέρους του κληρονόμου δε συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούλησή του, τότε θεμελιώνεται δυνατότητα ακύρωσης της σιωπηρής αποδοχής που επήλθε.

Ως ουσιώδης πλάνη έχει κριθεί από την ελληνική νομολογία αυτή που αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δε θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης. Η ουσιώδης πλάνη μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων που αφορούν την αποδοχή και αποποίηση της κληρονομιάς.

Ο κληρονόμος που έχασε την προθεσμία της αποποίησης μπορεί να επικαλεστεί ότι δεν γνώριζε το νόμο (πλάνη) και για αυτό το λόγο να καταφέρει να αποποιηθεί εκπρόθεσμα με δικαστική απόφαση. Η συγκεκριμένη ενέργεια ονομάζεται αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς.

Ωστόσο, με ρητή αναφορά της ίδιας διάταξης, η πλάνη που αφορά το ενεργητικό ή παθητικό της κληρονομιαίας περιουσίας, παρότι επιδρά αποφασιστικά στη βούληση του κληρονόμου να αποδεχτεί ή να αποποιηθεί την κληρονομιά, δεν είναι ουσιώδης και άρα δεν επιφέρει ακύρωση της πλασματικής αποδοχής.

Ποιος μπορεί να ασκήσει την αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής για Eκπρόθεσμη αποδοχή κληρονομιάς;

Στην άσκηση της σχετικής αγωγής για ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς έχει δικαίωμα να προβεί το πρόσωπο που προέβη στην αποδοχή αυτή λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, όπως και οι κληρονόμοι του (α. 1710 παρ. 1 ΑΚ).

Κατά ποιου στρέφεται η αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής;

Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας στρέφεται κατά των ωφελούμενων προσώπων από την ακυρώσιμη πλασματική αποδοχή, δηλαδή κατά των προσώπων που θα τους επαχθεί η κληρονομιά μετά την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής, καθώς επίσης και κατά των δανειστών της κληρονομίας.

Σημειώνεται ότι, μετά την τελεσιδικία της απόφασης για την ακύρωση πλασματικής αποδοχής, ο κληρονόμος πρέπει να προβεί εμπρόθεσμα και νομότυπα σε αποποίηση της κληρονομίας.

Υπάρχει προθεσμία για την άσκηση της αγωγής ακύρωσης πλασματικής αποδοχής;
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1857 εδ. 2 ΑΚ, η αγωγή για την ακύρωση παραγράφεται μετά από έξι (6) μήνες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εξάμηνη προθεσμία άσκηση της αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής, η οποία αρχίζει από την επόμενη της παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης.

Παρατίθεται σχετική νομολογία που αφορά την Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς :

A) Στην υπ’ αριθ. 1534/2011απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι: «Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1847 παρ.. 1 εδ. 1, 1850 εδ. 2 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, η οποία αρχίζει από τη γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Αν παρέλθει η εν λόγω προθεσμία η κληρονομία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή.

Γνώση της υπαγωγής, ως γεγονός της ενάρξεως της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομούμενου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομία.

Με την έννοια αυτή, όταν πρόκειται για διαδοχή εξ αδιαθέτου, οπότε ο δικαιολογητικός αυτής λόγος της, συγγενικής σχέσεως μεταξύ κληρονομούμενου και κληρονόμου είναι από την αρχή δεδομένος και γνωστός στον τελευταίο, η τετράμηνη προθεσμία προς αποποίηση αρχίζει από τη γνώση του κληρονόμου του χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου συγγενούς του, εκτός συνδρομής μεταγενεστέρων της επαγωγής γεγονότων, με ενδεικτική αναφορά εκείνου της αποποιήσεως της κληρονομίας.».

Β) Στην υπ’ αριθ. 173/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου έχει κριθεί ότι: «Από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α`, 1850, 1857, 140 και 141 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεώς της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης.

Όταν η αποδοχή που συνάγεται με τον τρόπο αυτόν κατά πλάσμα του νόμου δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, από άγνοια δηλαδή ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας ώστε αν ο κληρονομούμενος γνώριζε την αληθή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της αποποίησης.

Η εσφαλμένη αυτή γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας.»

Γ) Στην υπ’ αριθ. 373/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι: «Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης η έναρξη της προθεσμίας αποποίησης προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.

Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειες της, μη ανατρέπουσα από μόνη της τις συνέπειες της πλασματικής αποδοχής η ακύρωση της οποίας μόνο με αγωγή ή αντίστοιχη ένσταση της ΑΚ 1857§2 μπορεί να γίνει.[…].

Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς και η αντίστοιχη ένσταση στρέφεται, σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 155 ΑΚ και κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση αυτού που ακυρωσίμως – δηλαδή συνεπεία πλάνης – αποδέχθηκε και που στη συνέχεια θα αποποιηθεί, δηλαδή κατ’ εκείνου, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του ενάγοντας στην περί ακύρωσης δίκη, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομιάς».

Παρατίθεται ο νόμος για την εμπρόθεσμη και Εκπρόθεσμη  αποποίηση κληρονομιάς (Αστικός Κώδικας) :

Άρθρο 1846 ΑΚ: «Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198.»

Άρθρο 1847 ΑΚ: «Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της.

Στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Αν ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία του στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό, η προθεσμία είναι ενός έτους. Η προθεσμία αναστέλλεται από τους ίδιους λόγους που αναστέλλεται και η παραγραφή.»

Άρθρο 1848 ΑΚ: «Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Για αποποίηση που γίνεται με αντιπρόσωπο απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Το δημόσιο δεν μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία που του έχει επαχθεί εξ αδιαθέτου.»

Άρθρο 1850 ΑΚ: «Η αποποίηση είναι άκυρη, αν γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας για αποποίηση. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδέκτη.»

Άρθρο 1857 ΑΚ: «Η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη.Η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απειλή ή απάτη κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δικαιοπραξίες• η αγωγή για την ακύρωσή τους παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο.Η πλάνη σχετικά με το ενεργητικό ή το παθητικό της κληρονομίας δεν θεωρείται ουσιώδης.Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και σε αποδοχή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας για αποποίηση.»

 

Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς 2

Πρόσθετη νομολογία σχετικά με Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς.  Παρατίθεται ενδεικτικά  κείμενο απόφασης του Εφετείου Αθηνών ( 287/2019)

Περίληψη:

Αγωγή ακύρωσης πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς και αναγνώρισης εγκυρότητας δήλωσης αποποίησης αυτής. Με την επέλευση της εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, η κληρονομιά του αποβιώσαντος περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του από τον χρόνο θανάτου του εκτός αν αυτοί την αποποιηθούν.

Όροι εγκυρότητας και τηρούμενη διαδικασία για την αποποίηση κληρονομίας που δεν μπορεί να εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία. Συνέπειες αυτής. Είναι έγκυρη αν λάβει χώρα εντός τετράμηνου από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου αυτής. Στην εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή η προθεσμία αποποίησης ξεκινά από την δημοσίευση της. Από την γνώση της αποποίησης του πρότερου κληρονόμου ξεκινά αντιστοίχως προθεσμία αποποίησης για όσους θα καλούνταν στην κληρονομική διαδοχή αν αυτός δεν ζούσε κατά τον θάνατο του κληρονομούμενου.

Άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας σηματοδοτεί πλασματική αποδοχή αυτής. Ο κληρονόμος δύναται ωστόσο να ασκήσει αγωγή ακύρωσης αυτής λόγω ουσιώδους πλάνης. Παράγοντες που δύνανται να θεμελιώσουν την ουσιώδη πλάνη του κληρονόμου και την βασιμότητα της σχετικής αγωγής του. Παθητική νομιμοποίηση διαδίκων επί αυτής. Προθεσμία παραγραφής του σχετικού δικαιώματος. Έννοια υποχρεώσεων κληρονομίας στις οποίες δεν εντάσσεται ο αναλογών σε αυτή φόρος.

Ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή των εφεσίβλητων λόγω ουσιώδους πλάνης αυτών και των γονέων τους ως προς τις νόμιμες διαδικασίες για την αποποίηση της κληρονομίας του παππού τους που ήταν κατάχρεη.

«…..Οι εφεσίβλητοι με την από 3.11.2014 και με αρ. έκθ. κατ. …../2014 αγωγή τους προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Επί της πιο πάνω αγωγής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3642/2015 οριστική απόφαση, με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή.

Την πιο πάνω οριστική απόφαση προσέβαλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με την από 6.11.2017 και με αρ. έκθ. κατ. …./6.11.2017 (ΓΑΚ …../6.11.2017) του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών έφεσή του, η οποία με την με την με αρ. (γεν. ειδ./30.11.2017) πράξη του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών προσδιορίσθηκε να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο.

Με την από 3.11.2014 και με αρ. έκθ. κατ. …../11- 5-2015 αγωγή τους απευθυνόμενη προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία στρεφόταν κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη εκκαλούντος, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξέθεταν τα εξής:

Ότι στις 18.11.1999 απεβίωσε ο παππούς τους, ……. του …… και της ……., χωρίς να αφήσει διαθήκη και ότι κληρονομήθηκε από τους κατά το χρόνο του θανάτου του πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι τη σύζυγό του, …….., το γένος ….. και …….., γιαγιά των εναγόντων από την πατρική γραμμή, και τα τρία κατονομαζόμενα τέκνα του, ένα εκ των οποίων ήταν ο πατέρας των εναγόντων, ……. .

Ότι όλοι οι ως άνω κληρονόμοι του αποβιώσαντος (σύζυγος και τέκνα αυτού) αποποιήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά στις 9.3.2000 και ότι μετά τις αποποιήσεις αυτές η εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος επήχθη στους ανήλικους τότε ενάγοντες, ως μοναδικούς εγγονούς του αποβιώσαντος, καθώς τα άλλα δύο τέκνα αυτού δεν είχαν παιδιά.

Ότι αυτοί και οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους γονείς τους, μη έχοντας νομική μόρφωση, αγνοώντας τις ρυθμίσεις του κληρονομικού δικαίου περί της επαγωγής σε αυτούς της κληρονομιάς μετά τη γενόμενη αποποίηση των ανωτέρω προηγούμενων τη τάξει κληρονόμων του κληρονομούμενου παππού τους, καθώς και περί της ύπαρξης προθεσμίας αποποίησης και των εννόμων συνεπειών της άπρακτης παρόδου αυτής, ουδέποτε προέβησαν από πλάνη σε εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς αυτού, με αποτέλεσμα με την πάροδο απράκτου της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης από την αποποίηση των ανωτέρω αρχικών κληρονόμων αυτών να θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι είχαν αποδεχθεί αυτήν.

Ότι η ανωτέρω πλάνη των νομίμων αντιπροσώπων αυτών και των ιδίων των εναγόντων, μετά την ενηλικίωσή τους συνεχίστηκε μέχρι και τις 13.9.2014, οπότε το εναγόμενο τους ενημέρωσε το πρώτον για την ύπαρξη χρεών του αποβιώσαντος παππού τους τα οποία τους καλούσε να του καταβάλουν ως μόνοι κληρονόμοι του.

Με αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες επικαλούμενοι ουσιώδη πλάνη περί το δίκαιο, ζητούσαν κατ’ ορθή εκτίμηση του αιτήματος της αγωγής τους, να ακυρωθεί η κατά τα άνω γενόμενη σιωπηρώς πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς τουπροαναφερόμενου παππού τους και να αναγνωριστεί η εγκυρότητα των γενόμενων από αυτούς στις 10.10.2014 αποποιήσεων της κληρονομιάς αυτού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.

Επί της ανωτέρω αγωγής, που δικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η ήδη εκκαλουμένη 3642/6.11.2015 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έκανε δεκτή την αγωγή ως παραδεκτή, νόμω και ουσία βάσιμη, ακύρωσε την γενόμενη από μέρους των εναγόντων πλασματική αποδοχή της ανωτέρω κληρονομιάς και αναγνώρισε την εγκυρότητα των ανωτέρω γενόμενων αποποιήσεων αυτής.

Ήδη κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση έφεσή του, με την οποία παραπονείται για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των νόμου, ζητεί δε την παραδοχή της έφεσής του και την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή των εναγόντων- εφεσιβλήτων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711 εδ. β`, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομιά με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.

Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομιάς είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομιάς (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.

Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει – δεν δέχεται – την κληρονομιά που έχει επαχθεί σ’ αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου.

Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα, μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιοσδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.β ΑΚ).

Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομιάς, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής.

Στην επαγωγή όμως από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ. β` ΑΚ). Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ. β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομιάς. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου.

Η κληρονομιά επάγεται σ’ εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομιάς είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.

Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ. 147 επ. 150 επ.), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.

Έτσι αν πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομιάς που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η με τον τρόπο αυτό συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως.

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομιάς, υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομιάς και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και

β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης (ΟλΑΠ 3/1989, ΑΠ 189/2017, 827/2017, 572/2016, 951/2013, δημοσιευμένες στην Τ.Ν.Π.«ΝΟΜΟΣ»).

Η ύπαρξη πλάνης και τα επιμέρους γεγονότα που τη συγκροτούν κρίνονται, όταν πρόκειται για κληρονομιά που επάγεται σε ανήλικο, από το πρόσωπο των νομίμων αντιπροσώπων του (γονέων, επιτρόπων), οι οποίοι έπρεπε να προβούν σε εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομιάς για λογαριασμό του ανηλίκου, τηρώντας τις διατυπώσεις της διάταξης του άρθρου 1625 του ΑΚ, ενόψει του ότι, του νόμου μη διακρίνοντος (άρθρα 1847, 1850 του ΑΚ), η προθεσμία της αποποίησης τρέχει και κατά προσώπων που είναι ανίκανα προς δικαιοπραξία (βλ. ΑΠ 173/2014, ΝοΒ 62, σελ. 1434, ΑΠ 333/2004, ΤΝΠ Νόμος).

Γνώση της επαγωγής, ως γεγονός της έναρξης της τετράμηνης προθεσμίας, νοείται η γνώση από τον κληρονόμο του θανάτου του κληρονομούμενου, γνώση δε του λόγου επαγωγής συνιστά η εκ διαθήκης ή κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομιά.

Εξάλλου, όταν πρόκειται για εξ αδιαθέτου διαδοχή, οπότε η συγγενική σχέση μεταξύ κληρονόμου και κληρονομουμένου είναι από την αρχή δεδομένη και γνωστός στον κληρονόμο ο χρόνος του θανάτου του κληρονομούμενου, η τετράμηνη προς αποποίηση προθεσμία αρχίζει κατά κανόνα (εκτός συνδρομής μεταγενέστερων της επαγωγής γεγονότων, όπως έκπτωση του προηγουμένου, αποποίηση κλπ.) από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση του θανάτου του κληρονομούμενου συγγενούς του.

Όταν ο κληρονόμος αποποιηθεί νομίμως και εμπροθέσμως την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά, θεωρείται η προς τον αποποιηθέντα επαγωγή ότι δεν έγινε και η κληρονομιά επάγεται σ’ εκείνον, ο οποίος θα καλούνταν αν ο αποποιηθείς δε ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου.

Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία της αποποίησης της κληρονομιάς στη μερίδα εκείνου που αποποιήθηκε δεν αρχίζει από τη γνώση του θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά από τη γνώση της αποποίησης, διότι στην περίπτωση αυτή η επαγωγή της κληρονομιάς συνδέεται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του κληρονομουμένου (αποποίηση).

Και ναι μεν και πάλι κατά πλάσμα του νόμου ο χρόνος επαγωγής ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου σαν να μην υπήρχε εκείνος που αποποιήθηκε, όμως, όπου ο νόμος απαιτεί για κάποια νομική ενέργεια γνώση της επαγωγής εννοεί και τα μεταγενέστερα αυτά γεγονότα προ της γνώσεως των οποίων η προς αποποίηση προθεσμία δεν αρχίζει (ΑΠ 1534/2011, ΑΠ 426/2002, ΕφΘεσ 1920/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς λόγω της προαναφερθείσας πλάνης η έναρξη της προθεσμίας αποποιήσεως προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.

Αποποίηση που γίνεται ενώ έχει επέλθει πλασματική αποδοχή λόγω πλάνης, δεν επιφέρει τις έννομες συνέπειές της, μη ανατρέπουσα από μόνη της τις συνέπειες της πλασματικής αποδοχής η ακύρωση της οποίας μόνο με αγωγή ή αντίστοιχη ένσταση της ΑΚ 1857 παρ. 2 μπορεί να γίνει (ΑΠ 572/2016, Νόμος).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1857 § 2 ΑΚ η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Με βάση τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ’ απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακυρώσεως ακυρώσιμης δικαιοπραξίας αποσβέννυται μετά την πάροδο διετίας από της δικαιοπραξίας ή από της παρελεύσεως της πλάνης, απάτης ή απειλής, και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο εικοσαετίας από της δικαιοπραξίας (ΑΚ 157), το δικαίωμα ακυρώσεως της αποδοχής της κληρονομιάς, καίτοι κατά τη φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή.

Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής από της παρελεύσεως της προθεσμίας αποποιήσεως.

Αν όμως η πλάνη, η απάτη ή απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 157 εδ. β’ και γ`, το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή (βλ. ΑΠ 858/90 Δνη 1991. 983, ΕφΘεσ. 2226/2013, Δ/νη 2014.90, Γεωργιάδη – Σταθόπουλο, ΑΚ 1857, αριθ. 3, σελ. 559, Απ. Γεωργιάδη, ΚληρΔ, εκδ. 2010, §38, αριθ. 36, σελ. 652, ΕΦΛαρ. 549/2011, Νόμος).

Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς και η αντίστοιχη ένσταση στρέφεται, σύμφωνα με τη διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 155 ΑΚ και κατά του αμέσως έλκοντος έννομο κληρονομικό συμφέρον από την έκπτωση αυτού που ακυρώσιμος – δηλαδή συνεπεία πλάνης – αποδέχθηκε και που στη συνέχεια θα αποποιηθεί, δηλαδή κατ’ εκείνου, στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την αποδοχή της αγωγής και την αποποίηση του ενάγοντος στην περί ακυρώσεως δίκη, καθώς επίσης και κατά του δανειστή της κληρονομιάς (ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1087/11, ΑΠ 1211/10, ΑΠ 338/04, ΑΠ 426/2002, δημοσιευμένες στη «ΝΟΜΟΣ»).

Ειδικότερα, όσον αφορά, την παθητική νομιμοποίηση στην ανωτέρω αγωγή ακύρωσης της (πλασματικής) αποδοχής κληρονομιάς, έχει υποστηριχτεί και η άποψη ότι πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά η διάταξη του άρθρου 155 εδ. β` ΑΚ (καθόσον ως προς το ζήτημα της έλλειψης αντισυμβαλλομένου, η δικαιοπρακτική παράλειψη που υφίσταται στην περίπτωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς ομοιάζει προς τη μονομερή δικαιοπραξία), σύμφωνα με την οποία (διάταξη του άρθρου 155 εδ. β’ ΑΚ)

Η αγωγή απευθύνεται κατά του αμέσως έλκοντος συμφέρον από την έκπτωση του αποδεχθέντος κληρονόμου, ήτοι κατ’ εκείνου στον οποίο θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την αποδοχή της αγωγής (βλ. ΠολΠρΑθ 3387/2010 ΝΟΜΟΣ).

Τα πρόσωπα, ωστόσο, που αντλούν έννομο συμφέρον από την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς δεν ταυτίζονται (άνευ ετέρου) με τους κληρονόμους, στους οποίους θα επαχθεί η κληρονομιά μετά την ευδοκίμηση της σχετικής αγωγής ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς, όπως δέχεται η ανωτέρω νομολογιακή θέση.

Ειδικότερα, ακόμα και σε περιπτώσεις που το ενεργητικό της κληρονομιάς υπερβαίνει το παθητικό, έννομο συμφέρον, σε περίπτωση ακύρωσης της αποδοχής της κληρονομιάς, αποκτά τόσο ο επόμενος δικαιούχος, όσο και ο δανειστής της κληρονομιάς, καθόσον δύναται πλέον να επιδιώξει (δεδομένου ότι αίρεται το κατ’ άρθρο 1858 ΑΚ στάδιο της προσωρινότητας) την ικανοποίηση των αξιώσεών του.

Στη συνηθέστερη, αντίθετα, περίπτωση που το παθητικό της κληρονομιάς υπερβαίνει το ενεργητικό, ή η κληρονομιά αποτελείται μόνο από παθητικό, έννομο συμφέρον (σε περίπτωση ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς) δεν αποκτά ο επόμενος δικαιούχος στον οποίο θα υπαχθεί η (κατάχρεη) κληρονομιά, αλλά μόνο ο δανειστής της κληρονομιάς, ο οποίος δύναται πλέον να στραφεί κατά της ατομικής περιουσίας του κληρονόμου (ας σημειωθεί ότι έννομο συμφέρον έχει, σε κάθε περίπτωση και ο αρχικός κληρονόμος-ενάγων, που απαλλάσσεται από την υπερχρεωμένη κληρονομιά).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι παθητικά νομιμοποιούμενος σε αγωγή ακύρωσης της πλασματικής αποδοχής κληρονομιάς είναι (εφαρμοξομένης αναλογικά – κατ’ ορθό τρόπο ωστόσο- της διάταξης του άρθρου 155 ΑΚ) ο δανειστής της κληρονομιάς, ο οποίος έχει πάντοτε όφελος από την οριστική κτήση μίας κληρονομιάς (βλ. Σταμάτη Κουμάνη, Η αποποίηση της κληρονομιάς, εκδ. Σάκκουλα, 2015, σελ. 336 – 339).

Περαιτέρω, υποχρεώσεις της κληρονομιάς είναι όλες οι υποχρεώσεις που προϋπήρχαν ήδη στο πρόσωπο του κληρονομούμενου και μεταβιβάσθηκαν με την επαγωγή λόγω της καθολικής διαδοχής στον κληρονόμο, αλλά και αυτές που δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά λόγω της επαγωγής.

Η πρώτη κατηγορία αφορά στα χρέη του κληρονομούμενου (κυρίως υποχρεώσεις της κληρονομιάς), ενώ η δεύτερη αφορά περισσότερο στην κληρονομιά χωρίς να έχει σχέση με τον κληρονομούμενο και θα μπορούσε να περιλαμβάνει τα λεγάμενα βάρη της κληρονομιάς ή αλλιώς τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς σε στενή έννοια.

Οι κυρίως υποχρεώσεις της κληρονομιάς πρέπει να πηγάζουν από κληρονομητές έννομες σχέσεις, στα χρέη δε του κληρονομούμενου περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις τρίτων κατά του κληρονομούμενου από κληρονομητές έννομες σχέσεις, που είχαν γεννηθεί στο πρόσωπό του όσο ζούσε από δικαιοπραξία ή από το νόμο. Στα χρέη υπάγονται επίσης και όσες υποχρεώσεις πηγάζουν από σχέσεις που τελούσαν υπό αίρεση η οποία πληρώθηκε μετά το θάνατο του κληρονομούμενου.

Εξάλλου στις υποχρεώσεις της κληρονομιάς σε στενή έννοια, οι οποίες δεν προϋπήρχαν στο πρόσωπο του κληρονομούμενου και γεννήθηκαν με αφορμή την επαγωγή της κληρονομιάς δεν ανήκει ο φόρος της κληρονομιάς, αλλά ο κληρονόμος θα ευθύνεται γι’ αυτόν πάντοτε με την ατομική του περιουσία (Γεωργιάδη- Σταθόπουλου- Αστικός Κώδιξ Κατ’ άρθρο Ερμηνεία, τόμος X – Κληρονομικό Δίκαιο, υπό άρθρο 1901, παρ. 9-11 και 16, σελ. 254 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων, ……., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από όλα τα πρωτοδίκως προσκομισθέντα έγγραφα, τα οποία νομίμως επαναπροσκομίζονται μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους, καθώς και απ’ όσα έγγραφα παραδεκτά κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποδείχθηκαν κατά την κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 18.11.1999 απεβίωσε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο ……. του ……. και της ……, παππούς από την πατρική γραμμή των εναγόντων, κάτοικος εν ζωή …… Αττικής, κατά το χρόνο δε του θανάτου του κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγό του και γιαγιά των εναγόντων, …… το γένος …… και ……., και τους τρεις γιους του από το νόμιμο γάμο του με την ανωτέρω σύζυγό του, ….., ….. και ….., πατέρα των εναγόντων (βλ. το από 15.9.2003 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του αποβιώσαντος του Δήμου …….).

Επειδή η ανωτέρω κληρονομιά του αποβιώσαντος ήδη από το χρόνο εκείνο βαρυνόταν με χρέη προς ιδιώτες και προς το Δημόσιο από την επαγγελματική του δραστηριότητα, πράγμα που γνώριζαν οι ανωτέρω κληρονόμοι του (η σύζυγος και τα τρία ενήλικα τέκνα του), μη έχοντας οι ίδιοι νομικές γνώσεις, προέβησαν δια του ενεργούντος ως πληρεξουσίου αυτών, δικηγόρου Αθηνών, …….., εμπρόθεσμα,

Δηλαδή εντός τετραμήνου από του θανάτου του κληρονομούμενου, σε αποποίηση της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς του, με σχετική δήλωση τους προς τον Γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου Αθηνών, συνταχθείσας προς τούτο της υπ’ αριθ. …../9.3.2000 έκθεσης αποποίησης κληρονομιάς αυτού.

Μετά δε τις γενόμενες αποποιήσεις αυτών, η κληρονομιά του αποβιώσαντος επήλθε σύμφωνα με το δίκαιο της εξ αδιαθέτου διαδοχής (άρθρο 1856 ΑΚ) στους ενάγοντες, που ήσαν τα μοναδικά εγγόνια του, τέκνα του υιού του ……. του ……., καθώς τα άλλα δύο τέκνα του κληρονομούμενου δεν είχαν παιδιά, οι οποίοι όμως κατά το χρόνο εκείνο ήσαν ακόμα ανήλικοι, καθώς είχαν γεννηθεί τα έτη 1991, 1993 και 1995, αντίστοιχα.

Λόγω της ανηλικότητάς τους κατά το χρόνο της επαγωγής τη δήλωση αποποίησης όφειλαν να υποβάλουν οι από κοινού ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς τους, αφού προηγουμένως ελάμβαναν κατόπιν αιτήσεώς τους σχετική άδεια από το αρμόδιο Δικαστήριο, πράγμα που δεν έγινε όμως ποτέ, από πλάνη αυτών περί το κληρονομικό δίκαιο της επαγωγής και δη διότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν ότι μετά την κατά τα άνω αποποίηση της κληρονομιάς, αυτή θα επαγόταν στα ανήλικα τέκνα τους, ούτε τους ενημέρωσε σχετικά ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος τους.

Έτσι οι γονείς των εναγόντων, τελώντας στην ανωτέρω πλάνη, δεν προέβησαν ως έχοντες τη γονική τους μέριμνα στις απαραίτητες νομικές ενέργειες και δη στην αίτηση παροχής αδείας προς το δικαστήριο, προκειμένου να αποποιηθούν και οι ίδιοι οι ανήλικοι τότε ενάγοντες την κατά τα ανωτέρω επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του παππού τους, μέσω αυτών ως νομίμων αντιπροσώπων τους, με αποτέλεσμα να παρέλθει άπρακτη η τετράμηνη προθεσμία από της ανωτέρω αποποιήσεως των προγενέστερων τη τάξει κληρονόμων αυτού, η οποία συμπληρώθηκε γι’ αυτούς στις 9.7.2000.

Μετά δε την άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας αποποίησης θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι αποδέχτηκαν έκτοτε σιωπηρά οι ανήλικοι την κληρονομιά του παππού τους, ……., με το ευεργέτημα της απογραφής για όλο το διάστημα της ανηλικότητάς τους και για ένα έτος μετά την ενηλικίωσή τους, εντός του οποίου όφειλαν αυτοί να προβούν σε απογραφή της κληρονομιάς αυτής (άρθρα 1847, 1850, 1856 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1527 και 1912 του ίδιου κώδικα).

Η ανωτέρω πλάνη των γονέων των ανηλίκων εναγόντων για την πλασματική αποδοχή της επαχθείσας σε αυτούς κληρονομιάς και την έναρξη της προθεσμίας αποποίησής της, που προκλήθηκε δικαιολογημένα αφού οι ίδιοι, δεν διέθεταν τις αντίστοιχες νομικές γνώσεις, ώστε να γνωρίζουν την ύπαρξη προθεσμίας αποποίησης και για τα ανήλικα τέκνα τους και τις συνέπειες της άπρακτης παρέλευσης αυτής, ούτε τους ενημέρωσε σχετικά κανείς που να γνωρίζει αυτό, διατηρήθηκε στο πρόσωπό τους, ως αντιπροσώπων αυτών, μέχρι και μετά την ενηλικίωσή τους.

Έκτοτε δε οι ενάγοντες ως ενήλικες, μη γνωρίζοντας εφεξής ούτε οι ίδιοι ότι είχαν καταστεί κληρονόμοι με απογραφή κατά τα ανωτέρω της κληρονομιάς του παππού τους, πολύ δε περισσότερο την απορρέουσα από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1912 ΑΚ υποχρέωσή τους για απογραφή αυτής εντός έτους από την ενηλικίωσή τους, καθώς εξακολουθούσαν πλανημένα να πιστεύουν ότι ουδεμία κληρονομιά τους είχε ποτέ επαχθεί κατά το χρόνο της ανηλικότητάς τους, ουδέποτε ασχολήθηκαν με το θέμα της εν λόγω κληρονομιάς ούτε προέβησαν σε τέτοια απογραφή αυτής,

Με συνέπεια μετά την πάροδο έτους από της ενηλικιώσεώς τους να εκπέσουν και του σχετικού ευεργετήματος και να ευθύνονται έκτοτε απεριορίστως για τα χρέη της, σύμφωνα με το άρθρο 1901 ΑΚ.

Το γεγονός του ότι οι ενάγοντες είχαν κατά τον ανωτέρω τρόπο καταστεί κληρονόμοι αυτής και των γεγενημένων κατά το χρόνο του θανάτου του χρεών της πληροφορήθηκαν το πρώτον αυτοί, αλλά και οι γονείς τους, στις 8.9.2014, όταν η αρμόδια ΔΟΥ …… κοινοποίησε σε καθέναν τους ατομικά έγγραφη πρόσκληση (βλ. τις υπ’ αριθ. πρωτ. ……, ….. και …./8.9.2014 γνωστοποιήσεις της ανωτέρω Δ.Ο.Υ.) με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι υφίστανται ληξιπρόθεσμες οφειλές στο όνομα του αποβιώσαντος παππού τους και τους καλούσε εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών να προσέλθουν στην υπηρεσία για την ενημέρωσή τους.

Με δεδομένα, όμως, τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται και κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, τόσο οι νόμιμοι αντιπρόσωποι των εναγόντων, γονείς τους, καθ’ όλο το χρόνο που έπρεπε αυτοί να αποποιηθούν για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους την κληρονομιά του παππού τους, όσο και οι ίδιοι οι ενάγοντες μετά την ενηλικίωσή τους και μέχρι την ενημέρωσή τους από τις υπηρεσίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στις 12-11-2014, αγνοούσαν παντελώς τις διατάξεις του ΑΚ περί της επαγωγής και κτήσης κληρονομιάς από ανήλικο

Και δη την έναρξη της προθεσμίας αποποίησης και γι’ αυτούς πριν από την ενηλικίωσή τους και κατ’ επέκταση τις απορρέουσες από την άπρακτη παρέλευσή της έννομες συνέπειες, ευρισκόμενοι άπαντες οι ανωτέρω σε πλάνη, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι ουδέποτε είχε δηλωθεί σιωπηρά από τους ανηλίκους η αποδοχή της κληρονομιάς του παππού τους, …….. του …….. και της ……. .

Η πλάνη τους δε αυτή, δηλαδή η άγνοια και η εσφαλμένη γνώση από πλευράς των γονέων τους και εν συνεχεία και από πλευράς των ίδιων των εναγόντων ως ενηλίκων πλέον, των νομικών διατάξεων περί της αποδοχής της κληρονομιάς από τους ανηλίκους, δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με το κατάχρεο της κληρονομιάς, αφού αυτό ήταν γνωστό ήδη από το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου στην οικογένειά του (σύζυγο, τέκνα του, αλλά ακόμα και στα αδέλφια του και στα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών του), που αποποιήθηκαν εξαρχής αυτήν και η οποία διαμόρφωσε την κατά τα ανωτέρω σιωπηρώς εκφρασθείσα δήλωση των ανηλίκων εναγόντων δια των ενεργούντων ως αντιπροσώπων αυτών γονέων τους.

Η πλάνη δε αυτή είναι πράγματι ουσιώδης, δεδομένου ότι με αυτήν υπάρχει διάσταση μεταξύ της αληθινής βούλησης των εναγόντων να αποποιηθούν την ανωτέρω κατάχρεη κληρονομιά του παππού τους και της πλασματικής δήλωσης τους περί αποδοχής αυτής (εκφρασθείσας κατά το χρόνο της ανηλικότητάς τους δια των νομίμων αντιπροσώπων, γονέων τους).

Εάν δε οι ανωτέρω αντιπρόσωποί τους γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, δηλαδή ότι η προθεσμία αποποίησης έτρεχε και για τα τέκνα τους- ενάγοντες, παρά την ανηλικότητά τους, θα είχαν οπωσδήποτε προβεί εγκαίρως σε δήλωση περί αποποίησης της κληρονομιάς του παππού τους, ……., για λογαριασμό τους και στο όνομά τους, όπως έκανε άλλωστε εμπρόθεσμα ο πατέρας τους για τον εαυτό του και όπως έπραξαν και οι λοιποί ενήλικοι συγγενείς του αποβιώσαντος, προκειμένου να μην αναμειχθούν στα γνωστά σε αυτούς χρέη της και δεν θα είχαν κανένα λόγο να μην πράξουν αυτό και για τους ανηλίκους τότε ενάγοντες, με αδάπανη σχετικά δήλωση στο Γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου.

Την αληθινή δε βούλησή τους να μην έχουν καμία ανάμειξη στην κληρονομιά του παππού τους εξέφρασαν πλέον ρητά ως ενήλικες οι ενάγοντες, αφότου πλέον η ανωτέρω πλάνη τους ήρθη με την κοινοποίηση σε αυτούς της ανωτέρω κλήσης που αφορούσε στα χρέη του κληρονομούμενου από τη Δ.Ο.Υ. ….., δυνάμει των με αριθμό έκθεσης …., …. και …../10.10.2014 ρητών πλέον δηλώσεων αποποίησης αυτών, ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.

Η εκ των υστέρων δήλωση όμως αυτή περί αποποίησης, δεδομένου ότι έγινε αφότου είχε ήδη συμπληρωθεί η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης από το χρόνο αποποίησης αυτής από τη σύζυγο και τα τέκνα του αποβιώσαντος, οπότε είχε λάβει χώρα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η πλασματική αποδοχή της επαχθείσας στους ενάγοντες κληρονομιάς του παππού τους, δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα (άρθρα 1849-50 ΑΚ).

Όμως η κατά τα ανωτέρω ουσιώδης πλάνη που υπήρξε στο πρόσωπο των εχόντων την γονική μέριμνα και αντιπροσώπων των ανηλίκων τότε εναγόντων γονέων τους, θεμελιώνει σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το κατ’ άρθρα 1857 εδ. β’ και δ’, 141, 142 και 154-155 ΑΚ δικαίωμα ακύρωσης της πλασματικής – κατά το νόμο- αποδοχής από πλευράς εναγόντων της ανωτέρω κληρονομιάς του παππού τους, με την ένδικη η αγωγή.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο , κατέληξε στο αυτό αποτέλεσμα και δέχθηκε ότι συνέτρεχε εν προκειμένω ουσιώδης νομική πλάνη στο πρόσωπο των εναγόντων και των γονέων τους, αναφερόμενη στην από μέρους τους άγνοια των σχετικών διατάξεων του ΑΚ περί της επαγωγής και κτήσης της κληρονομιάς, καθώς και των προθεσμιών αποποίησης αυτής από ανήλικο κληρονόμο και όχι στο κατάχρεο και στην ύπαρξη παθητικού της κληρονομιάς αυτής και αφού έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή, ακύρωσε την από μέρους των εναγόντων πλασματική αποδοχή της κληρονομιάς του αποβιώσαντος την 18.11.1999 παππού τους ..

Έκανε σωστή ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των άρθρων 1847 παρ. 1 εδ. α, 1850 εδ. β, 1857 εδ. β περ. 1, γ και δ, 1901 εδ. α και 140-141 ΑΚ και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο (2) λόγο της υπό κρίση έφεσης του, με τον οποίο παραπονείται κατά της εκκαλουμένης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων αυτών αναφορικά με τη συνδρομή του στοιχείου της πλάνης των εναγόντων και των νομίμων αντιπροσώπων τους ως προς την γενόμενη πλασματική αποδοχή εκ μέρους τους της κληρονομιάς του παππού τους.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο, είναι δανειστής της κληρονομιάς του ανωτέρω κληρονομούμενου ……., αφού όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο ……/6.7.2017 ατομική ειδοποίηση καταβολής υπερημερίας της Δ.Ο.Υ …… ο αποβιώσας …… του ……., είχε κατά το χρόνο του θανάτου του στο όνομά του, ληξιπρόθεσμη οφειλή κεφαλαίου εξ ευρώ (758.379,59), η οποία είχε ανέλθει ήδη κατά τον άνω χρόνο της ειδοποίησης μετά των προσαυξήσεων, ποσού εξ ευρώ (1.523.743,19) ευρώ, στο συνολικό ποσό των (2.282.122,78) ευρώ, για την οποία όπως ήδη προεκτέθηκε η εν λόγω Δ.Ο.Υ. κοινοποίησε στους ενάγοντες πρόσκληση να λάβουν γνώση αυτής, ως κληρονόμοι του οφειλέτη.

Ως τέτοιος δε (δανειστής της κληρονομιάς) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έλκει άμεσο έννομο συμφέρον για την ακύρωση της πλασματικής δήλωσης βούλησης των εναγόντων, αφού μάλιστα όπως προεκτέθηκε πάντοτε ο δανειστής αυτής, ιδίως σε περίπτωση κατάχρεης κληρονομιάς που το παθητικό υπερβαίνει το ενεργητικό, όπως φέρεται να συμβαίνει εν προκειμένω, έχει πάντοτε όφελος από την οριστική κτήση μίας κληρονομιάς και κατ’ ακολουθία νομιμοποιούνταν αυτό παθητικά σε άσκηση εναντίον του της ένδικης αγωγής, ώστε, εν προκειμένω σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, ορθά στράφηκε η ένδικη αγωγή κατ’ αυτού, ως εναγόμενου, με την ενλόγω ιδιότητά του.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά στρεφόταν κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως δανειστή της κληρονομιάς και ότι υπήρχε παθητική νομιμοποίηση αυτού, έκανε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1847 παρ. 1, 1850 εδ. β` και 155 ΑΚ και το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση έφεσής του αιτιάται κατά της εκκαλουμένης περί του αντιθέτου.

Ισχυριζόμενο ότι το ίδιο δεν νομιμοποιούνταν παθητικά σε άσκηση της αγωγής με την ιδιότητά του δανειστή της κληρονομιάς, αλλά έπρεπε για να είναι παραδεκτή η αγωγή να στρέφεται αποκλειστικά και μόνο κατά των προσώπων που μετά την ακύρωση της πλασματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς από πλευράς εναγόντων θα καλούνταν σε -κάποια από τις επόμενες τάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, αβασίμως παραπονείται κατ’ αυτής και θα πρέπει και ο λόγος αυτός εφέσεως να απορριφθεί, ως νόμω αβάσιμος, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, θα πρέπει σύμφωνα με το παρεπόμενο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που ηττάται ολικώς (άρθρο 183, 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα οριστούν μειωμένα κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ’ αριθ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.” 

 

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το  κόστος και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για  Εκπρόθεσμη αποποίηση κληρονομιάς , και γενικότερα για κληρονομικά θέματα μπορείτε να απευθύνεστε στα δικηγορικό μας γραφεία στα παρακάτω τηλέφωνα.

 

Θεσσαλονίκη: 2310 500 442

Περαία Θεσσαλονίκης: 2392 181 200

Αθήνα: 210 9585365

 

(Ώρες επικοινωνίας Δευτέρα – Παρασκευή: 09:00-14:30 & 18:00-20:00 – εκτός απογεύματος Τετάρτης)

Μενού
Call Now Button
Shares